Ομιλίες

Ομιλία Τάσου Κουράκη στη Βουλή στη μόνη συζήτηση επί της αρχής των άρθρων και του συνόλου του σχεδίου νόμου: «Ενίσχυση και ανάπτυξη κινηματογραφικής τέχνης και άλλες διατάξεις».

14/12/2010

 

Το λόγο έχει ο ειδικός αγορητής του ΣΥΡΙΖΑ κ. Αναστάσιος Κουράκης.
ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ: Ευχαριστώ, κυρία Πρόεδρε.
Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι σίγουρο ότι χρειαζόμαστε εδώ και πολλά χρόνια ένα νέο νόμο για τον κινηματογράφο. Άκουσα διάφορες γνώμες στη διαβούλευση με τους ανθρώπους του σινεμά που έλεγαν ότι αυτή η επιτακτική ανάγκη είναι ισοδύναμη με το «φέρτε μας ένα νομοσχέδιο». Φαντάζομαι ότι κανένας δεν θεωρεί «φέρτε μας ένα οποιοδήποτε νομοσχέδιο», αλλά «φέρτε μας ένα νομοσχέδιο το οποίο μπορεί να δώσει λύση».
Θέλω να πω ότι έρχεται το νομοσχέδιο αυτό για να ψηφιστεί από τη Βουλή των Ελλήνων, με μία σοβαρή υπονόμευση που αφορά το κομμάτι της διαβούλευσης. Αναγνωρίζεται με ανακοινώσεις και σχόλια από τους περισσότερους φορείς και ειδήμονες του κινηματογράφου ότι εδώ υπήρξε ένα πολύ μεγάλο έλλειμμα. Βεβαίως καταλαβαίνω ότι γίνονται συζητήσεις επί πολλούς μήνες ίσως, αλλά δεν είναι δυνατόν να διατίθενται εννέα μέρες για τη διαδικτυακή διαβούλευση και να διατίθενται μερικά λεπτά στην κυριολεξία για να μελετήσουν τα κόμματα τις βελτιώσεις-τροπολογίες που φέρνει ο Υπουργός στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων.
Δεν είναι δυνατόν να είμαστε υποχρεωμένοι μέσα σε μία ημέρα, εξαιτίας της αιφνιδιαστικής πραγματικά έλευσης του νομοσχεδίου στη Βουλή σήμερα, να τρέχουμε σαν τρελοί για να καταθέσουμε τροπολογίες, ώστε να έχουν έγκυρο χαρακτήρα σε λίγες ώρες. Αυτό είναι μία υπονόμευση της ουσίας, όχι μόνο της διαδικασίας.
Τελικώς, έχουμε -με τα μέχρι γνωστά στοιχεία- τρία Κόμματα από την Αντιπολίτευση –τη Νέα Δημοκρατία, το ΚΚΕ και το ΣΥΡΙΖΑ- να μην εγκρίνουν το σχέδιο νόμου. Ο κ. Δαβάκης είπε ότι, εάν γίνουν σοβαρές αλλαγές, μπορεί να αλλάξει η στάση του Κόμματός του. Το ίδιο λέμε και εμείς.
Εμείς έχουμε καταθέσει δώδεκα τροπολογίες. Επιμένουμε σε ορισμένα πράγματα. Είμαστε απολύτως διατεθειμένοι να αλλάξουμε στάση εάν γίνουν ουσιαστικές τροπολογίες και ουσιαστικές αλλαγές, όχι σε όλα βεβαίως. Κανένας δεν ζητά, εμείς τουλάχιστον δεν ζητούμε να έρθετε στη δική μας αντίληψη.
Το νομοσχέδιο που έχουμε μπροστά μας βέβαια έρχεται σε μία πάρα πολύ άχαρη ημέρα. Είναι την ίδια ημέρα που γίνεται μία πλήρης κατεδάφιση των εργασιακών σχέσεων και μία πτώχευση του πληθυσμού, με μία τεράστια κρίση. Αυτό θα επιβεβαιωθεί με το αυριανό νομοσχέδιο, το οποίο γυρίζει τη χώρα μας πάρα πολλά χρόνια πίσω.
Είναι γνωστές οι αντιδράσεις από όλο τον πολιτικό κόσμο και βεβαίως από Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, όπως και η απεργία στις 15 Δεκεμβρίου, που είναι μία κραυγή αγωνίας όλης της κοινωνίας. Εγώ τουλάχιστον αισθάνομαι λίγο περίεργα να μιλούμε για τον κινηματογράφο. Αισθάνομαι όμως ταυτόχρονα πάρα πολύ καλά για το ότι μπορούμε, κάτω από αυτές τις συνθήκες, να μιλούμε για τον πολιτισμό και την τέχνη.
Στο ερώτημα βέβαια εάν η τέχνη μπορεί να δώσει ουσιαστική λύση στα προβλήματα της ανθρωπότητας, η απάντηση είναι –την οποία υιοθετώ και εγώ- ότι κανένα από τα φλέγοντα προβλήματα της ανθρωπότητας δεν τα λύνει ένα ποίημα ή ένα σονέτο. Καταλύει όμως τη συλλογιστική που το προκάλεσε. Έτσι, λοιπόν, περισσότερο από ποτέ χρειαζόμαστε και την τέχνη και τον κινηματογράφο, κυρίως για να καταλυθεί η λογική που γεννά την κοινωνική ανισότητα και τα δεκάδες προβλήματα στην πατρίδα μας και όχι μόνο.
Σχετικά με το νομοσχέδιο που συζητούμε υπάρχουν ορισμένα χτυπητά σημεία, όπως είναι το ότι δεν υπάρχει αναφορά στον σκηνοθέτη, δηλαδή δεν υπάρχει σαφής αναφορά ότι ο σκηνοθέτης είναι ο δημιουργός οπτικοακουστικού έργου. Τα κείμενα που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν δεν αξιοποιήθηκαν, όπως το κείμενο των πέντε προσωπικοτήτων του χώρου, του Μάνου Ζαχαρία, του Γιάννη Μπακογιαννόπουλου, του Κώστα Βρεττάκου, του Μάνου Ευστρατιάδη, του Διαγόρα Χρονόπουλου, οι οποίοι ανάμεσα στα άλλα διατυπώνουν ότι «κυρίως στο σύνολό του το νομοσχέδιο εκφράζει μία στροφή της κρατικής κινηματογραφικής πολιτικής και επιχειρεί μία μεταρρύθμιση που οι μακροπρόθεσμες συνέπειές της φοβούμεθα ότι δεν έχουν μελετηθεί σε βάθος».
Στις γενικές αρχές, παρόλο που υπήρξε εξήγηση από τον κύριο Υπουργό, λέμε ότι δεν υπάρχει καμία μέριμνα για την κινηματογραφική παιδεία που είναι πάγιο αίτημα του κινηματογραφικού χώρου. Θα έλεγα ότι προστέθηκε χάριν εντυπώσεων περισσότερο ότι το κράτος οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για τη βελτίωση της κινηματογραφικής παιδείας του λαού, την ίδια στιγμή που δεν προβλέπεται κανένα μέτρο προς αυτή την κατεύθυνση.
Βέβαια, η ερμηνεία ή η απολογία έστω του Υπουργού ήταν ότι αυτό είναι ένα πολύ σοβαρό θέμα και θα έπρεπε –και πρέπει- να αντιμετωπιστεί μαζί με το Υπουργείο Παιδείας. Δεκτή η εξήγηση. Θα έλεγα ότι περιμένουμε να δούμε στο εγγύς μέλλον το κομμάτι αυτό που αφορά την κινηματογραφική παιδεία. Τελούμε εν αναμονή.
Το δεύτερο κεφάλαιο, που μιλάει για το ελληνικό κινηματογραφικό έργο, αφήνει, όπως ξέρουμε, στην ευχέρεια υπουργικής απόφασης του Υπουργού Πολιτισμού και Τουρισμού τις προϋποθέσεις με τις οποίες μπορεί να εκδίδεται πιστοποιητικό ελληνικής ιθαγένειας του κινηματογραφικού έργου. Θα θέλαμε κάτι πιο συγκεκριμένο.
Όσον αφορά το τρίτο κεφάλαιο, για την ενίσχυση της κινηματογραφίας, να σημειώσουμε ότι μειώνεται στο κατατεθέν σχέδιο νόμου το ποσοστό της ενίσχυσης. Ακόμη δεν προβλέπεται διαχωρισμός των ιδιοτήτων όσον αφορά τον παραγωγό, τον διανομέα, τον αιθουσάρχη, καθώς ξέρουμε πάρα πολύ καλά ότι σήμερα όλο και περισσότερο αυτές οι ιδιότητες συγκεντρώνονται σ’ ένα πρόσωπο, πράγμα που οδηγεί στη μονοπώληση της κινηματογραφικής παραγωγής και στην εξαφάνιση του ανεξάρτητου ελληνικού κινηματογράφου.
Κατά την αντίληψή μας, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, θα έπρεπε τουλάχιστον να προβλέπεται ώστε η επιστροφή του φόρου να γίνεται με μία μόνο από τις τρεις ιδιότητες, στην περίπτωση βεβαίως που συγκεντρώνονται στο ίδιο πρόσωπο.
Ακόμη δεν παρέχονται κίνητρα για την επανεπένδυση στην κινηματογραφική παραγωγή των ποσών που προκύπτουν από την επιστροφή των ειδικών φόρων. Έτσι, θα λέγαμε συμπερασματικά ότι με το νομοσχέδιο αυτό φωτογραφίζονται συγκεκριμένες εταιρείες και παραγωγοί και όχι το σύνολο των παραγωγών. Κωδικοποιημένα έχουμε μία μονοπωλιακή κατάσταση παραγωγών, έχουμε μηχανισμούς για χρηματοδότηση συγκεκριμένων εταιρειών και διευκολύνσεις των ξένων και όχι των Ελλήνων κινηματογραφιστών.
Το ζήτημα σχετικά με το 1,5% το έχω πει πάρα πολλές φορές και δεν έχω πάρει καμία απάντηση. Θα θέλαμε τουλάχιστον στο τέλος να έχουμε, όχι μια ικανοποίηση, μία απάντηση έστω. Δεν γίνεται καμία μνεία στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις ούτε καν περαίωση. Όποιος δεν έδωσε τόσα χρόνια αυτό το 1,5% και κυρίως οι μεγαλοκαναλάρχες, δεν έγινε και τίποτε!
Είναι ξέρετε σαν τα αυθαίρετα. Κάθε φορά σβήνουμε τα από εδώ και πέρα και ο καθένας έχει τη βεβαιότητα -όχι την αίσθηση- ότι μετά από λίγα χρόνια θα υπάρξει μία νέα παραγραφή κ.ο.κ.. Να γίνει έστω μία περαίωση, γιατί δεν μπορούμε να χαρίσουμε όλα αυτά τα χρήματα. Είναι κλοπή του ιδρώτα και του έργου του δημιουργού.
Όσον αφορά τα νέα μέτρα δεν έχουμε επαρκείς εγγυήσεις ότι θα μπορέσουν να εισπραχθούν. Καταλαβαίνω ότι κάνετε μία σοβαρή προσπάθεια και γι’ αυτό περιμένουμε. Είναι θετική η συμπερίληψη του ανταποδοτικού τέλους στον ετήσιο κύκλο εργασιών της ΕΡΤ, όπως και η επέκταση του 1,5% στα συνδρομητικά κανάλια.
Το κυριότερο ζήτημα, κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι –το γνωρίζετε, το έχουμε πει και στην Επιτροπή- είναι η αντίρρησή μας για το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Δεν είναι θετική η αλλαγή της νομικής μορφής. Δεν είναι θετικός ο διορισμός επταμελούς διοικητικού συμβουλίου από τον Υπουργό. Αν τώρα υπάρχει ένας καλός «Γερουλάνος», αύριο θα υπάρχει ένας κακός «Γερουλάνος».
Το να κρίνουμε μ’ έναν τρόπο απολύτως αφοριστικό την προηγούμενη, ενδεχομένως κακή σε ορισμένες στιγμές, συνδιοίκηση, δεν σημαίνει ότι μπορούμε να καταργήσουμε τελείως την αιρετότητα.
Πριν από λίγες ημέρες ήρθε στα χέρια μου η επιστολή του κ. Ντίνου Κατσουρίδη. Απευθύνεται στην Ένωση Σκηνοθετών Παραγωγών Κινηματογράφου. Λέει το εξής: «Επιχειρεί με το νομοσχέδιο να μετατρέψει το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου σε διευθυντικοκεντρικό, με έναν σούπερ διευθυντή ως μονοπρόσωπο κέντρο αποφάσεων και μάλιστα χωρίς προδιαγραφές προσόντων και ένα κατ’ όνομα Δ.Σ. με μόνη αρμοδιότητα να επικυρώνει τις αποφάσεις του πρώτου».
Καταλαβαίνετε ότι άνθρωποι που διορίζονται από τον Υπουργό, λογοδοτούν στον Υπουργό και σε κανέναν άλλον. Ξέρετε, κύριε Υπουργέ, μου ήρθε στο μυαλό τώρα το πως στάθηκαν οι πρυτάνεις απέναντι στο νομοσχέδιο του Υπουργείου Παιδείας για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα.
Οι πρυτάνεις εκλέγονται. Όλοι οι εκλεγμένοι πρυτάνεις στάθηκαν αρνητικά καταθέτοντας τη δική τους αντιπρόταση για τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, εκτός από τις διορισμένες διοικήσεις, που έγιναν από το Υπουργείο Παιδείας σε ορισμένα πανεπιστήμια -που έπρεπε να υπάρχουν διορισμένες για ορισμένο χρονικό διάστημα- μέχρι να μπορέσουν να γίνουν εκλογές. Όλοι οι διορισμένοι πήραν θέση υπέρ του Υπουργείου, γιατί λογοδοτούν στο Υπουργείο. Οι άλλοι δεν λέω ότι θα έπρεπε αναγκαστικά να πάρουν αρνητική θέση -καθόλου, θα μπορούσαν να πάρουν και θετική ή άλλοι αρνητική κ.λπ.- αλλά το μη τυχαίο είναι ότι οι διορισμένες διοικήσεις δεν άσκησαν καμία κριτική.
Εμείς θα καταθέσουμε τροπολογία. Είμαστε διατεθειμένοι να αλλάξουμε στάση εάν αλλάξετε σε δύο σημεία το νομοσχέδιο: Στο θέμα του διορισμού της διοίκησης και τη στάση απέναντι στο Φεστιβάλ του ελληνικού κινηματογράφου, όσον αφορά το διαγωνιστικό χαρακτήρα. Το είδατε και με την έλευσή σας και την παρουσία σας στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, πριν από δύο ημέρες. Να συμφωνήσουμε ότι θα μπορούσαν οι άνθρωποι του κινηματογράφου, οι άνθρωποι του σινεμά να βρουν τον τρόπο. Εάν δεν θέλουν το σωματειακό, να βρουν κάτι άλλο. Να βρουν μια ακαδημία, αλλά να βρουν κάτι, ώστε να μην έχουμε αυτό το απολυταρχικοφεουδαρχικό εξαρτημένο Δ.Σ. και όχι μία μορφή κοινωνικού ελέγχου. Μπορούμε να το βρούμε.
Η αντίληψη που εκφράσατε ότι εάν κάποτε γίνει, είμαι διατεθειμένος να δώσω θέση και σε αιρετούς δεν μας εκφράζει. Κατ’ αρχήν δεν ξέρουμε εάν θα είστε εσείς αύριο και αν ο αντικαταστάτης σας θα έχει ακριβώς την ίδια αντίληψη, ή θα τον βολεύει να διορίζει επτά στους επτά, που να λογοδοτούν στον ίδιο.
Ακόμη καταργείται το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο, που ήταν ο σύνδεσμος στο Υπουργείο Πολιτισμού και την κινηματογραφική κοινότητα, για την χάραξη της κινηματογραφικής πολιτικής χωρίς να δημιουργείται κάτι νέο. 
Στο θέμα του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης είπα ότι η απάλειψη του διαγωνιστικού χαρακτήρα είναι εξαιρετικά αρνητικό. Το είπαν και άλλοι συνάδελφοι.
Επίσης, το νομοσχέδιο δεν μας εκφράζει -πέρα από αυτά που είπα- γιατί δεν υπάρχει πρόβλεψη για τις ταινίες μικρού μήκους, για τις κινηματογραφικές λέσχες ανά την περιφέρεια, ενώ δεν γίνεται κανένας λόγος για το Φεστιβάλ Κινηματογράφου εκτός Θεσσαλονίκης.
Εμείς θα καταθέσουμε -ήδη τις έχετε- αρκετές τροπολογίες που αφορούν και τα εργασιακά προβλήματα και όχι μόνο, των τεχνικών του κινηματογράφου και για τη Ταινιοθήκη και για το Φεστιβάλ της Δράμας και για πολλά πολλά άλλα πράγματα.
Θέλω να κλείσω όπως άρχισα, για το τι μπορεί να προσφέρει η τέχνη στις μέρες μας. Θα κλείσω μ' αυτό που λέω στο πρώτο μάθημα που κάνω στους φοιτητές της Ιατρικής, για το ποια είναι η σχέση με τον άρρωστο. Έχει αναλογία αυτό, δεν κάνω άλλου είδους αναφορές. Λέω λοιπόν, μία ιστορία: ότι ο ποιητής Maria Rilke συνήθιζε με έναν φίλο του συνταξιούχο κάθε μέρα να κάνουν μία βόλτα στους δρόμους της Βιέννης. Καθώς περπατούσαν συναντούσαν μία γριά, η οποία στεκόταν στην άκρη του δρόμου, είχε απλωμένο το χέρι της, ζητιάνευε και όταν κάποιος περαστικός της έδινε ένα νόμισμα, χωρίς να τον κοιτάξει έβαζε το νόμισμα στην τσέπη της και ξανάπλωνε το χέρι. Μία μέρα, καθώς ο Rilke βάδιζε με τον φίλο του, ο Ρίλκε κρατούσε ένα τριαντάφυλλο και πήρε και το έβαλε στο χέρι της γριάς. Για πρώτη φορά είδαν ότι τον κοίταξε -κοίταξε τον άνθρωπο που της έκανε αυτή την προσφορά- και αμέσως μετά αντί να μείνει, μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε. Η γριά δεν εμφανίστηκε την επόμενη ημέρα, ούτε την μεθεπόμενη. Μετά από μία εβδομάδα ο φίλος του Rilke, ρωτάει τον ποιητή: Αυτή η γυναίκα λείπει μία εβδομάδα, απορώ πώς θα ζει. Και του απαντάει ο Rilke: Με το τριαντάφυλλο.
Θεωρώ, ότι ο κινηματογράφος στις μέρες μας έχει εξαιρετική σημασία. Μπορεί να αποτελέσει το τριαντάφυλλο, φθάνει να του συμπεριφερθούμε και να το ποτίσουμε, όπως του πρέπει.
Σας ευχαριστώ.