Ομιλίες

Ομιλία Τάσου Κουράκη στην ολομέλεια της βουλής 23/8/2011 στη συζήτηση επί της αρχής του νομοσχεδίου «Δομή, λειτουργία, διασφάλιση της ποιότητας των σπουδών και διεθνοποίηση των ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων».

23/08/2011

 

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ (Ζ’ Αντιπρόεδρος της Βουλής): Ευχαριστώ, κύριε Πρόεδρε.
Θα ήθελα με την ευκαιρία που είναι εδώ και ο κ. Πανάρετος, ο πρώην Υφυπουργός να αρχίσω με το θέμα των αδιόριστων εκλεγμένων μελών διδακτικού προσωπικού το οποίο χρονίζει και είναι ντροπή. Είναι ντροπή γιατί μέσα σε αυτή εδώ την Αίθουσα έχουν δοθεί επανειλημμένως οι υποσχέσεις για την τύχη αυτών των συναδέλφων οι οποίοι έχουν εκλεγεί, έχουν υποστεί όλες τις δοκιμασίες και περιμένουν να διοριστούν. Καταλαβαίνετε ότι υπάρχουν και μεταβατικές διατάξεις που χειροτερεύουν το καθεστώς με το οποίο θα μπουν στο πανεπιστήμιο, ανάλογα με το αν θα ήταν με τον παλιό νόμο ή με τον καινούργιο νόμο.
.............
 

 

 

Θα παρακαλούσα την κυρία Υπουργό να αναφερθεί μέσα σε αυτήν εδώ την Αίθουσα, με αφορμή το νέο νομοσχέδιο, για την τύχη αυτών των συναδέλφων που θα έλεγα ότι θα έπρεπε να υλοποιηθεί η υπόσχεση για διορισμό τους μέσα στο Αύγουστο. Θέλω να πιστεύω ότι το σύνολο των συναδέλφων πρέπει να διοριστεί το ταχύτερο δυνατόν για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τα πανεπιστήμια τουλάχιστον με τις λιγότερες δυνατές απώλειες, καθώς οι περικοπές, όπως γνωρίζουμε, είναι πελώριες.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, συζητούμε ένα νόμο στη Βουλή όταν το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας είναι απέναντι και είναι απέναντι όχι μόνο η Σύνοδος των Πρυτάνεων, όχι μόνο η συντριπτική πλειοψηφία των Συγκλήτων της χώρας με ομόφωνες αποφάσεις, να θυμίσουμε ότι δεκατέσσερις από τις δεκαεπτά Συγκλήτους έχουν τοποθετηθεί αρνητικά, -η χθεσινή Σύνοδος των Πρυτάνεων έχει τοποθετηθεί αρνητικά- αλλά και πάνω από 1.100 καθηγητές από σαράντα τρία πανεπιστήμια, ανάμεσα στους οποίους και ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Σίζακ και πολλοί-πολλοί άλλοι ζητούν από την Κυβέρνηση να μην προχωρήσει στην ψήφιση του νομοσχεδίου και αντ’ αυτού να ξεκινήσει ένας πραγματικός διάλογος.
Το νομοσχέδιο που συζητούμε χαρακτηρίζεται από μία απολύτως ολιγαρχική δομή. Προφανώς θέλει να αλλάξει το πανεπιστήμιο, θα έλεγα ακριβέστερα να πάψει να είναι πανεπιστήμιο, να είναι ένα πανεπιστήμιο που απλώς καταρτίζει. Όλα τα εκπαιδευτικά ιδρύματα, πανεπιστήμια και ΤΕΙ, καταρτίζουν και τελικώς αποφοιτούν στην αγορά εργασίας με μειωμένα προσόντα και μειωμένες προσδοκίες απόφοιτοι για τη νέα αγορά εργασίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι το μοντέλο διοίκησης για να μπορέσει να περάσει από το πανεπιστήμιο χρειάζεται ένα ολιγαρχικό, αδιαφανές και θεσμικά ανεξέλεγκτο σύστημα διοίκησης. Όλοι έχουμε αναφερθεί σε αυτή εδώ την Αίθουσα και στην Επιτροπή ότι δεν υπάρχουν θεσμικά αντίβαρα για το Συμβούλιο Διοίκησης, το οποίο βεβαίως δεν έχει ελεγκτικό ρόλο. Ασκεί απολύτως συνδιοίκηση και καθορίζει τα πάντα. Το κυριότερο είναι ότι επεμβαίνει απολύτως με ένα μακροπρόθεσμο τρόπο στη συγκρότηση και την εκλογή του διδακτικού προσωπικού. Αυτό είναι κάτι το οποίο θίγει ευθέως το αυτοδιοίκητο του πανεπιστημίου και πέρα από το ότι είναι απολύτως αντισυνταγματικό, όπως έχουν διαβεβαιώσει σειρά συνταγματολόγων και κ Επιστημονική Επιτροπή της Βουλής, προσβάλλει ένα θεσμό ο οποίος επιβίωσε χρονιά και έχει μεγαλουργήσει.
Στο σημείο αυτό θα ήθελα να πω ότι το πανεπιστήμιο παρουσιάζει πάρα πολλά προβλήματα. Πολλά θα μπορούσαμε να τα διορθώσουμε ακόμη και σήμερα ακόμη και χθες, θα έλεγα. Αυτό, όμως, δεν υποχρεώνει καθόλου την υπάρχουσα Κυβέρνηση και την Πλειοψηφία της Βουλής να ισοπεδώσει και να καταργήσει κατακτήσεις αιώνων.
Το ότι θίγεται η αυτοδιοίκηση πιστοποιείται και από τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας που λέει ότι η πλήρης αυτοδιοίκηση των ΑΕΙ δεν μπορεί να είναι η αυτοδιοίκηση των τακτικών μόνο καθηγητών και δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται τα ΑΕΙ ως απλά ιδρύματα ή ενώσεις προσώπων.
Θα πρέπει να γνωρίζει ο ελληνικός λαός ότι ο Πρόεδρος στο Συμβούλιο θα είναι μονάχα εξωτερικό μέλος του, δηλαδή ένας επιχειρηματίας, ένας πολιτικός. Όπως γνωρίζετε, κυρίες και κύριοι Βουλευτές, μια από τις προσθήκες της τελευταίας στιγμής ήταν ότι θα μπορούσαν να είναι και πολιτικοί ή πολιτευτές μέσα στα εξωτερικά μέλη. Αυτό, λοιπόν, το Συμβούλιο που θα έχει Πρόεδρο το εξωτερικό μέλος δεν θα ελέγχεται από τη Σύγκλητο.
Αυτή τη στιγμή όπως, ξέρετε στα πανεπιστήμια και με βάση τον ν. 1268, ουσιαστικό όργανο διοίκησης του πανεπιστημίου είναι η Σύγκλητος που αποτελείται από συγκεκριμένους εκπροσώπους της πανεπιστημιακής κοινότητας όλων των βαθμίδων και των κλάδων και στην ουσία την καθημερινή διοίκηση την ασκεί το Πρυτανικό Συμβούλιο, αλλά λογοδοτεί απολύτως στη Σύγκλητο.
Παρ’ όλες τις αλλαγές που υποτίθεται ότι έκανε η κυρία Υπουργός, η Σύγκλητος εξακολουθεί να έχει έναν απολύτως διακοσμητικό ρόλο, χωρίς καμία αρμοδιότητα όσον αφορά το ακαδημαϊκό της έργο.
Σχετικά με τον Πρύτανη για τον οποίο έχει γίνει αρκετή συζήτηση, και εδώ το Επιστημονικό Συμβούλιο του τμήματος της Νομοτεχνικής Επεξεργασίας της Βουλής αποκλείει κατηγορηματικά την προοπτική να εκλεγεί Πρύτανης κάποιος από πανεπιστήμιο του εξωτερικού, όπως αναφέρεται στο άρθρο 8 παρ. 14 του σχεδίου νόμου. Σημειώνεται στην έκθεση του Επιστημονικού Συμβουλίου της Βουλής ότι ο Πρύτανης πρέπει να είναι μέλος της πανεπιστημιακής κοινότητας του συγκεκριμένου εκάστοτε ΑΕΙ.
Και άλλοι συνάδελφοι έχουν τοποθετηθεί –και ο κ. Σπηλιωτόπουλος από τη Νέα Δημοκρατία, αλλά και άλλοι από το ΠΑΣΟΚ- λέγοντας ότι δεν είναι δυνατόν να μην προέρχεται ο Πρύτανης και ο Κοσμήτορας από την πανεπιστημιακή κοινότητα, από το Ίδρυμα για τον Πρύτανη και από τη Σχολή για τον Κοσμήτορα.
Είναι απολύτως λάθος το γεγονός ότι η Σχολή είναι η βάση της ακαδημαϊκής, εκπαιδευτικής και ερευνητικής δραστηριότητας σε αντιπαράθεση με το τμήμα. Παρόλο που έχουν γίνει ορισμένες αλλαγές –φραστικές θα έλεγα- στο επίπεδο του Τμήματος, στην πραγματικότητα το Τμήμα έχει απογυμνωθεί από την κύρια αποστολή του -που είναι το βασικό κύτταρο της ακαδημαϊκής κοινότητας, της ακαδημαϊκής οργάνωσης- το πεδίο συγκρότησης των γνωστικών αντικειμένων και του στοχασμού και ουσιαστικά επηρεάζονται άμεσα ή έμμεσα και τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων.
Όσον αφορά τη Σχολή και τον Κοσμήτορα, θα έλεγα ότι είναι ένας απόλυτος άρχοντας που ορίζεται από το Συμβούλιο. Δεν έχει καμία σχέση με τους ανθρώπους που πρόκειται να διοικήσει. Έχει μια θητεία μέχρι οχτώ χρόνια και είναι αυτός που καθορίζει στην ουσία και με έναν ορισμένο τρόπο και τα εκλεκτορικά σώματα. Ο Κοσμήτορας δηλαδή ουσιαστικά ορίζεται από το Συμβούλιο και ορίζει κατά ένα τρόπο, όπως είπα, τα εκλεκτορικά σώματα.
Στο σημείο αυτό -επειδή αναφερθήκατε, κυρία Υπουργέ, σε κάποιες αλλαγές που έγιναν- πρέπει να σας πω και για λόγους δικαιοσύνης ότι όντως και σε μένα, ως Εισηγητή του ΣΥΡΙΖΑ, ήρθε την Παρασκευή το μεσημέρι το mail με το οποίο μας γνωστοποιούσατε τις τροπολογίες και όντως έλεγε να ενημερώσουμε τα μέλη των κοινοβουλευτικών μας ομάδων. Αυτό ισχύει.
Πρέπει όμως να σας πω ότι είναι εξαιρετικά παράδοξο, μέσα στις τροπολογίες που είδαμε την Παρασκευή, να υπάρχει μια προσθήκη -που έγινε ανάμεσα στη συνεδρίαση της Επιτροπής και στην Παρασκευή- που αφορά την υπόθεση των master των πολυτεχνικών σχολών και σήμερα, αν δεν κάνω λάθος, αυτή η προσθήκη να αφαιρείται μ’ ένα νέο κείμενο που μας δώσατε.
Καταλαβαίνετε ότι αυτό δεν τιμά ούτε το Κοινοβούλιο και πολύ περισσότερο το Υπουργείο. Δεν το τιμά με την έννοια ότι μια τόσο σοβαρή διάταξη δεν είχε προβλεφθεί, μπαίνει ανάμεσα στην τελευταία συνεδρίαση της Επιτροπής και την Παρασκευή και μέσα σε τρεις μέρες αφαιρείται.
Καταλαβαίνετε ότι έχουμε όλο το δικαίωμα να θεωρήσουμε ότι ο λόγος για τον οποίο μπήκε η διάταξη αναγνώρισης των master στις πολυτεχνικές σχολές -δηλαδή σε πενταετείς σπουδές με έναν ορισμένο τρόπο, που δεν ήταν αυτό ακριβώς το αίτημα που διατύπωναν οι πολυτεχνικές σχολές- ήταν ο εξευμενισμός της αντίθεσης που είχαν οι καθηγητές και η κοινότητα των πολυτεχνικών σχολών και πολλών άλλων.
Δεν υπολογίσατε βεβαίως ότι αυτοί που είναι ήδη διορισμένοι απόφοιτοι πολυτεχνικών σχολών δικαίως θα διεκδικούσαν την αναγνώριση του master για να πάρουν το επίδομα του 10%, πράγμα το οποίο θα επιβάρυνε τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Αυτό δεν το είχατε υπολογίσει. Μετά από τρεις μέρες έρχεστε και το αφαιρείτε. Επαναλαμβάνω ότι αυτό δεν τιμά καθόλου το Υπουργείο. Δείχνει μια εξαιρετικά πρόχειρη διαδικασία αντιμετώπισης πολύ σοβαρών θεμάτων.
Θα έλεγα ότι οι φραστικές αλλαγές που κάνατε για το Τμήμα, το ότι με έναν τρόπο υπηρετεί επιστήμες, τέχνες και τεχνολογίες, δεν αλλάζει τίποτα. Ουσιαστικά η διοίκηση του Τμήματος ασκείται σ’ όλα τα ζητήματα από τη Σχολή. Δεν έχει καμία σχέση με την έννοια που γνωρίζουμε τώρα, του department, και σας λέω ότι αυτό, πέρα απ’ όλα τα άλλα, αφήνει αίολο το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Σχετικά με το ζήτημα της χρηματοδότησης, καταλαβαίνουμε ότι περνάμε σ’ ένα νέο καθεστώς που αποποιείται τη συνολική λειτουργία των ιδρυμάτων. Χρηματοδοτεί με ένα ποσοστό για την κάλυψη των λειτουργικών εξόδων και το υπόλοιπο το αφήνει για να το χειριστεί ανάλογα με το πώς αξιολογείται και πώς προσαρμόζεται η λειτουργία του κάθε Ιδρύματος στις επιταγές του εκάστοτε Υπουργείου. Συστήνεται βεβαίως για την αξιοποίηση της περιουσίας των ΑΕΙ κι ένα νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο δεν έχει καμία δημοκρατική νομιμοποίηση. Αποφασίζει ετερόνομα, επιβάλλοντας ποικίλες και πολύ δεσμευτικές υποχρεώσεις σε μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.
Σχετικά με το προσωπικό το οποίο θα διδάξει στα πανεπιστήμια πρέπει να ξέρουμε, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ότι ο όρος «ΔΕΠ» ουσιαστικά σήμαινε «Διδακτικό Ερευνητικό Προσωπικό». Η αναφορά στην έρευνα γενικώς στο νομοσχέδιο απουσιάζει στον α ή β βαθμό και το πιο χαρακτηριστικό είναι ότι αφαιρώντας τη βαθμίδα του λέκτορα μπαίνει μια άλλη βαθμίδα, αυτή των εντεταλμένων διδασκόντων, οι οποίοι θα κάνουν μόνο διδακτικό έργο. Αποσυνδέεται δηλαδή η διδασκαλία από την έρευνα και μπαίνει ένας θεσμός μάλλον σε αντικατάσταση των υπηρετούντων με το προεδρικό διάταγμα 407, οι οποίοι μάλιστα θα μένουν μόνο για πέντε χρόνια και μετά θα φεύγουν. Σκεφθείτε πόσο ελκυστικό για έναν επιστήμονα είναι το να διεκδικήσει μια τέτοια θέση γνωρίζοντας ότι σε πέντε χρόνια θα έχει τελειώσει η θητεία του και θα κάνει μόνο διδακτικό έργο. Θεωρώ ότι αυτό ενισχύει την πρώτη και δεύτερη βαθμίδα. Ουσιαστικά δηλαδή επαναφέρει με έναν τρόπο το θεσμό της έδρας, δηλαδή ένα φεουδαρχικού τύπου μοντέλο, το οποίο έχει καταδικαστεί και βεβαίως έχει ξεπεραστεί απολύτως.
Όσον αφορά τα προσόντα, είχαμε επισημάνει και στην Επιτροπή το γεγονός ότι το νομοσχέδιο βάζει ελάχιστα προσόντα για την εκλογή του καθηγητή πρώτης βαθμίδας, όπως είναι το διδακτορικό και μόνον, και αφήνει μετά το θέμα στους Οργανισμούς των διαφόρων ιδρυμάτων. Είχαμε πει ότι αυτό θα οδηγήσει τα διάφορα ιδρύματα στο να ορίσουν προσόντα για εκλογή καθηγητών που θα είναι διαφορετικά από ίδρυμα σε ίδρυμα, από γνωστικό αντικείμενο σε γνωστικό αντικείμενο κι από επιστημονικό πεδίο σε επιστημονικό πεδίο κι αυτό οδηγεί σε μία διαβάθμιση των ιδρυμάτων ανάλογα με το πόσο υψηλά είναι τα προσόντα του διδακτικού προσωπικού τους.
Το ίδιο πράγμα λέει και η Επιστημονική Έκθεση της Βουλής. Λέει επί λέξει δηλαδή ότι «προσόντα και πρόσθετες προϋποθέσεις για την κατάληψη θέσης καθηγητή κάθε βαθμίδας δεν αποτελούν μόνο εσωτερικό θέμα κάθε ιδρύματος, αλλά επιδρούν και στα λοιπά ιδρύματα της χώρας, καθώς και στη λειτουργία της Πολιτείας στο σύνολό της». Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι αυτή δεν είναι μόνο δική μας αντίληψη.
Κύριε Πρόεδρε, παρακαλώ την ανοχή σας επ’ ολίγον.
Χαιρόμαστε που η επισήμανση που κάναμε στην Επιτροπή, ότι δηλαδή είχε παραλειφθεί η μέριμνα για τη στέγαση των φοιτητών, προστέθηκε. Όμως δεν υπάρχει η ρητή δέσμευση ότι η φοίτηση και η στέγαση είναι υποχρέωση της Πολιτείας απέναντι στους φοιτητές. Η αναφορά βέβαια είναι θετική, αλλά δεν αλλάζει την ουσία του πράγματος.
Ένα άλλο πολύ αρνητικό επίσης, κυρία Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι η εμμονή για το άνοιγμα των πανεπιστημίων στους αποφοίτους των κολεγίων, καθώς προβλέπεται ότι εισάγονται οι απόφοιτοι ανωτέρων σχολών διετούς και υπερδιετούς κύκλου σπουδών στα ΑΕΙ.
Αυτό δεν λέγεται κινητικότητα. Αυτό λέγεται πια αναβάθμιση των κολεγίων-είναι ένα πολύ μεγάλο δώρο στους κολεγιάρχες- και λέγεται και μία υποβάθμιση των πανεπιστημίων, καθώς προβλέπεται ότι ο οργανισμός κάθε ιδρύματος στο νομοσχέδιο θα προβλέπει και θα προσδιορίζει τους όρους και τη διαδικασία κατάταξης –παρακαλώ- των αποφοίτων αυτών των σχολών σε προγράμματα σπουδών των ΑΕΙ. Έτσι, θα λέγαμε, ότι με τη ρύθμιση αυτή δεν ανοίγουν απλώς τα παράθυρα, αλλά και οι επίσημες πύλες των πανεπιστημίων στους αποφοίτους των κολεγίων, οι οποίοι πλέον θα μπορούν να κατατάσσονται σε προγράμματα σπουδών ακόμα και χωρίς εξετάσεις.
Είναι εξαιρετικά λυπηρό το ότι πήρατε τα εύσημα από την πλευρά του Λαϊκού Ορθόδοξου Συναγερμού και για το ζήτημα του ασύλου και για το ζήτημα του ολιγαρχικού μοντέλου διοίκησης. Θα έλεγα ότι αυτό δεν τιμά το ΠΑΣΟΚ, δεν τιμά την παράδοση των αγώνων που είχαν δοθεί στο πανεπιστήμιο και από την παράταξη ΠΑΣΠ. Και θα έλεγα ότι είναι και ένα εξαιρετικά αρνητικό σημείο και μία οπισθοχώρηση και στο ιδεολογικό επίπεδο.
Η κατάργηση του ασύλου με το να ανατίθεται αποκλειστικά σε ένα μονοπρόσωπο όργανο, όπως είναι ο πρύτανης, ενώ στο προσχέδιο τουλάχιστον ήταν σε περισσότερα χέρια, αποτελεί ακόμα μία υποχώρηση, η οποία θα δημιουργήσει πάρα πολλά προβλήματα. Θα έλεγα ότι είχαμε τον τρόπο να διορθώσουμε πάρα πολλά από τα κακώς κείμενα της προηγούμενης κατάστασης. Αυτό το οποίο γίνεται πια είναι ότι με τον τρόπο αυτό δεν θα έχουμε ούτε δημόσιο, ούτε δωρεάν και κυρίως δεν θα έχουμε πανεπιστήμιο.
Είναι σαφές ότι εμείς καταψηφίζουμε το νομοσχέδιο. Και είναι επίσης σαφές και διακηρυγμένο ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα συνεχίσει τον αγώνα. Το νομοσχέδιο αυτό δεν μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη, δεν οδηγεί σε καμία αναβάθμιση. Εμείς θα συνεχίσουμε τον αγώνα, θα συνεχίσουμε μέσα στα πανεπιστήμια, θα συνεχίσουμε το διάλογο με την κοινωνία για να μπορέσουμε να δημιουργήσουμε τις προϋποθέσεις για παροχή γνώσης υψηλού επιπέδου, δωρεάν και σε αντιστοιχία με το σύγχρονο πνεύμα της εποχής. Δεν αποτελεί καμία καινοτομία και καμία πρόοδο. Και θα έλεγα ότι θα εγγραφεί στην ιστορία του ελληνικού πανεπιστημίου με μαύρα γράμματα.
Κλείνοντας, κύριε Πρόεδρε, θέλω να πω ότι η Σύνοδος των Πρυτάνεων που συνήλθε χθες, αλλά πρέπει να πω και η ΠΟΣΔΕΠ, η οποία δεν βρίσκεται ιδεολογικά και πολιτικά στο χώρο του ΣΥΡΙΖΑ -θα έλεγα ότι περισσότερο είναι προς τη μεριά του ΠΑΣΟΚ, ζητάει την απόσυρση του νομοσχεδίου- καλεί την ύστατη στιγμή τη Βουλή των Ελλήνων να μην ψηφίσει το νομοσχέδιο.
Εν κατακλείδι, θα έλεγα τα σημεία που αναφέρει, γιατί ζητάει αυτή την απόσυρση. Λέει ότι με το νομοσχέδιο διακυβεύεται η λειτουργία των πανεπιστημίων, αφού:
Πρώτον, δεν αποδίδει αποκλειστικά ελεγκτικές και εποπτικές αρμοδιότητες στο Συμβούλιο.
Δεύτερον, δεν αποδίδει το σύνολο των διοικητικών και ακαδημαϊκών αρμοδιοτήτων στη Σύγκλητο και ταυτόχρονα, καταργεί το Πρυτανικό Συμβούλιο ως όργανο καθημερινής διαχείρισης.
Τρίτον, δεν προβλέπει την άμεση εκλογή του Πρύτανη, των Αντιπρυτάνεων και των Κοσμητόρων από τα αντίστοιχα όργανα της ακαδημαϊκής κοινότητας.
Τέταρτον, δεν διατηρεί το Τμήμα ως βασική ακαδημαϊκή και διοικητική μονάδα του ιδρύματος, καθώς και τον Τομέα ως ενιαία εκπαιδευτική και ερευνητική οντότητα. Και βεβαίως, δεν εξασφαλίζει τη δημόσια χρηματοδότηση ιδρυμάτων έρευνας και ιδιωτικής μέριμνας.
Τέλος, σημειώνει ότι η παύση εκλεγμένων οργάνων, όπως είναι οι Πρυτάνεις, μία κίνηση που δεν αποτιμήθηκε ποτέ το παρελθόν, συνιστά σε κάθε περίπτωση αυταρχισμό.
Σας ευχαριστώ.