IV. Pause

Γι' αυτό σου λέω, μην φοβηθείς τις πληγές σου.
Μόνον τα αγάλματα δεν πληγώνονται.
Αυτά μπορεί να σπάζουν ή να φθείρονται με τον καιρό, μα δεν έχουν πληγές.
Οι άνθρωποι όμως πληγώνονται, καθώς εισχωρεί στο σώμα και την ψυχή τους το κακό.
Ή θα το αφήσεις να σε σκάψει ή θα εκκρίνεις πάνω και γύρω του μάργαρο, αυτή την τέλεια ουσία που εκκρίνουν τα μαλάκια και φτιάχνουν μαργαριτάρια, οσάκις ένας κακός κόκκος εισχωρήσει μέσα τους.
Ή αλλιώς: πώς να δημιουργείς πολύτιμους λίθους πάνω και κυρίως...
χάριν των τραυμάτων σου.
Ακόμη κι η μοναξιά για να υπάρξει ως τέτοια χρειάζεται να κοινωνηθεί
Αλλιώς στοιχειώνει περιπλανώμενη αενάως
Όταν πεθαίνει κάποιος
δεν πηγαίνει να συναντήσει τους άλλους που «έφυγαν»
πριν απ' αυτόν.
Απλώς η απουσία του
συναντιέται, ενώνεται, συναθροίζεται με την απουσία των άλλων.
Εγκαθίσταται η απουσία τους στη συνείδηση των ζώντων.
Έτσι οσάκις συμβαίνει ένας θάνατος ή μια απώλεια, προκύπτει και μια γέννα. Αυτή της Απουσίας με όλη της τη δύναμη και τη διάρκεια.
Όσο για τον πόνο, ναι ο έρωτας είναι πόνος
και η απώλεια το ίδιο και η στέρηση
Δεν επιζητώ τον πόνο
Όμως οσάκις προκύπτει δεν τον ξορκίζω
Προσπαθώ να τον μετουσιώσω σε λάσπη
για να χτίσω τις δικές μου φωλιές
Για την ωοτοκία των υψιπετών αετών των ανυπότακτων ορέων
Κι όταν υπερωρίες κάνω στα
π ρ έ π ε ι μου
ποιο το νόμισμα
ποια η τιμή;
Ο χρόνος
ο χρυσός ή
η χρεοκοπία;
Όταν στέλνεις μια σιωπή κι ο άλλος δεν
σωπαίνει
αλλά στέλνει και εκείνος μια παύση
τότε συντελείται ο πλέον πλήρης διάλογος
με μη-λέξεις, με μη-ήχους
Σαν τα δίδυμα έμβρυα που
σιωπηλά συμφωνούν
ποιο θα βγει πρώτο στο φως!
Τόσο άπιαστο που να μην πιστεύεις πως θα το ζήσεις
Ότι μέχρι να σηκωθεί η σκάλα του πλοίου ή μέχρι να απογειωθείς, κάτι
θα συμβεί
θα κοπεί το σχοινί του χαρταετού
Έτσι που κατέληξες στο τέλος να
μην ολοκληρώνονται ορισμένες στιγμές μέσα σου
Να τις ζεις ολοκληρωτικά
όταν και αφού έχει κυλήσει ο χρόνος
Να επιτελούνται μέσα σου
και να σ υ ν τ ε λ ο ύ ν τ α ι στην ψυχή και τη μνήμη σου
μ ε τ ά
Με τη σιγουριά του αμετάκλητου
Pause
Δεν θέλω να αρχίσει, γιατί δεν θέλω να τελειώσει – το ταξίδι, το έργο,
ο έρωτας.
Όχι ακριβώς. Λαχταράει η ψυχή μου να αρχίσει, αλλά δεν θέλω
να σταματήσει.
Ας γινόταν έστω να αποκτούσε η στιγμή διάρκεια.
Να άνοιγε, να άνοιγε, σαν το σύμπαν που διαρκώς διαστέλλεται.
Ή ακόμη, για να μην χαθεί για πάντα η μαγεία της στιγμής, να πάγωνε ο χρόνος. Κάτι που συμβαίνει, όπως όταν ακούμε ένα τραγούδι και χτυπάει το τηλέφωνο και πατάμε pause, για μια προσωρινή ή μεγαλύτερη παύση.
Και επειδή τίποτε από αυτά δεν μπορεί να γίνει, αναβάλλω την αναχώρηση από τον σταθμό. Για να μην χρειαστεί να επιστρέψω.
Καθώς κάθε έναρξη έχει μέσα της και ένα τελείωμα.
Αυτό όμως δεν είναι ζωή. Είναι προθάλαμος, είναι διαρκής αναμονή χωρίς βίωμα.
Το κυρίως έργο δεν θα το δούμε ποτέ.
Γι' αυτό σου λέω, μερικές φορές ο θάνατος, ως Τέλος, είναι πιο πολύ ζωή κι από την ίδια τη ζωή.
Γιατί είναι η συντελεσμένη ζωή, η τελεσθείσα, άρα η δικαιωμένη.
Κι ας την περιμένει στο τέλος, το τ έ λ ο ς,
ο άχρονος χρόνος.
Η διαστολή της στιγμής. Το πάγωμα του χρόνου. Η αναβολή της αναχώρησης. Το τέλος που δεν θα τελειώσει ποτέ.
Το α τ έ λ ε ι ω τ ο τώρα.
Δεν με ψάχνεις πια στις έλικες του νου, τις πλατείες και τους δρόμους
Μόνο στους κάδους της ανακύκλωσης για
ένα ξεροκόμματο αντίδωρο λέξεις
Όταν ήμαστε παιδιά, «καινουργιώναμε» τα παλτά με το να βγάζουν οι μοδίστρες και οι ραφτάδες το μέσα έξω, το άφθαρτο, το μη αποχρωματισμένο απ' την πολυκαιρία.
Έκτοτε και μέχρι σήμερα αναζητώ παντού αυτήν την αναπαρθένεψη
και κυρίως στα σώματα και τις ψυχές.
Την αναζητώ και τη βλέπω οσάκις νιώσουν τα πρόσωπα ότι θέλουν
με έναν τρόπο να ξαναγεννηθούνε. Μόνο που και σ' αυτήν την περίπτωση χρειάζονται οι ραφτάδες και οι μοδίστρες με το ψαλίδι στο χέρι και
τις βελόνες και τις κλωστές, για να μονταριστεί το νέο σώμα
που θα φιλοξενήσει τη νέα ψυχή. Γιατί κι η ψυχή αναγεννιέται.
Στην αναπαρθένεψη αυτή δεν έχεις να κάνεις με ρούχα, μα με πληγές που έρχονται στο φως του ήλιου. Χαίνουσες πληγές που δεν λέει να κλείσουν. Όπου κλωστές είναι το χάδι και ψαλίδια τα δάχτυλα που τραβάνε
τον πόνο.
Ίσως το μόνο που δεν αλλάζει είναι η ούγια που γράφει πάντα
Θέλω να ζήσω.
Στην εδώ πραγματικότητα έχω πόδια και περπατάω
Στην άλλη, φτερά και δεν τα ανταλλάσσω
Γιατί κάθε φορά που μου κλείνουν τον δρόμο
ή χώμα γίνομαι ή αετός
Ως τώρα ήξερα ότι όταν μου κόβανε τη γλώσσα περιέργως άρχιζα
ν' ακούω
Μέχρι που ανακάλυψα ότι το βλέμμα διευρύνεται με ένα χέρι ζεστό
Η δομή δεν συνιστά διαδικασία
(το γονίδιο δεν είναι κληρονομικότητα, είναι ένα απλό μόριο)
Οι λέξεις δεν είναι ποίηση
(ένα λεξικό δεν είναι μυθιστόρημα)
Τα πρόσωπα από μόνα τους δεν είναι σχέση
(δέθηκα μαζί της... όταν έφυγε)
Κίνηση δεν είναι η μετατόπιση
είναι το κύμα
Πνιγμός δεν είναι το ναυάγιο
είναι το λιμάνι
Κι αυτό δεν είναι γραφή
είναι ταχυδρομικό περιστέρι
Η συνομιλία μας δεν είναι τίποτ' άλλο παρά
μια συλλογή από θραύσματα
που τα βγάζουμε από τις τσέπες
πάνω στο τραπέζι
Που γυρεύουν όμως να ολοκληρωθούν μέσα μας
Άκου: δεν σε θέλουν γι' αυτό που Είσαι αλλά
γι' αυτό που έχεις να τους προσφέρεις
Όμως ούτε στιγμή μην πιστέψεις πως
Είσαι αυτό που εκείνοι έχουν ανάγκη
Έσο ό,τι Είσαι
γίνου αυτό που θέλεις
Τα ποιήματά μας
συνθήματα στον τοίχο του ασυνείδητου
Προκαταβάλαμε το χρέος της εφηβείας μας δίχως μιαν απόδειξη
Μόνον τα ποιήματά μας
