Η βιτρίνα
 
 
       Ήταν ένας συνηθισμένος περίπατος χωρίς τίποτε το ιδιαίτερο, χωρίς να συναντήσει κανέναν, ούτε μια καλημέρα βάδιζε ανέμελα, χωρίς σκέψεις χωρίς σκοπό. Ξαφνικά χωρίς προειδοποίηση βρέθηκε απέναντι στον εαυτό του. Ναι, καλά καταλάβατε, απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό και μην πάει ο νους σας σε τίποτε θρησκευτικές θεωρίες περί της συνείδησής μας η οποία βρίσκεται ξαφνικά απέναντί μας και μας ζητά εξηγήσεις για τα πεπραγμένα μας. Εδώ στέκονταν απέναντι ολόκληρος ο εαυτός του, ίδιος και απαράλλακτος, με τη γραβάτα του, το σακάκι του το προπέρσινο-δώρο από τη γυναίκα του για τη γιορτή του- το πουκάμισο με τις ρίγες, το παντελόνι του το κοτλέ. Η κόρη του όλο και αστειευόταν μαζί του για το νεανικό του παντελόνι που δεν ταίριαζε με το γεροντίστικο σακάκι. Αυτουνού όμως του άρεσε να το φοράει μαζί με το παντελόνι. Του θύμιζε τον ξάδελφό του απ’ το χωριό, δέκα χρόνια νεότερο, που είχε ένα ίδιο παντελόνι.
 
 
          Στάθηκε απορημένος να βλέπει τον εαυτό του να στέκεται έτσι ξαφνικά φάντης μπαστούνι μπροστά του να τον κοιτάει με την ίδια έκπληξη και απορία που είχε και ο ίδιος .
 
Το πράγμα ξεκαθάρισε όταν άρχισε να γέρνει το κεφάλι του μια αριστερά μια δεξιά και να κάνει και ο «άλλος» το ίδιο. Τότε συνειδητοποίησε την ύπαρξη του καθρέφτη στο πλάι της κολόνας, που βρισκόταν ανάμεσα σ’αυτόν και τον «άλλο» και που όμως μπορούσε τώρα να βλέπει και να παρατηρεί τον «άλλο», όχι όμως ακριβώς τον ίδιο, αλλά μέσα σε πλαίσιο σαν σε πίνακα ζωγραφικής. Ξέρετε από κείνους τους μοντέρνους, που δείχνουν κάτι παράθυρα, κάτι πόρτες και κάτι αρχαία αγάλματα με κομμένα χέρια –όλο κάτι τέτοια, σε repruduction βέβαια, κουβαλούσε ο γιος του τελευταία-κάτι τέτοιο του θύμιζε τώρα και βάλθηκε να παρατηρεί το δρόμο που βρισκόταν δεξιά του, την τράπεζα απέναντι, το σπορ αυτοκίνητο που ήταν που ήταν παρκαρισμένο πίσω του… Μισόκλεισε τα μάτια και θαμπά είδε την αφεντιά του μπροστά από τ’ αμάξι να φαντάζει σαν δικό του και του ΑΡΕΣΕ. Έτσι καθώς τα έβλεπε όλα αυτά, νάσου και μια δεσποινίδα από κείνες με τη φανταχτερή εμφάνιση να μοστράρει δίπλα του, στον καθρέφτη της κολόνας, να τσιτώνει τα χείλη της και με τη γλώσσα της να φτιάχνει το κραγιόν της. Τότε είναι που δεν έχασε την ευκαιρία να ζευγαρώσει τον «άλλο» με την πιτσιρίκα, να τους φανταστεί μαζί, ερωτευμένο ζευγαράκι, όνειρο και προσδοκία της νιότης του που έφυγε δίχως μια τρέλα, μιαν αποκοτιά. Αυτός έζησε
μια μετρημένη ζωή δίχως περιπέτειες και σκαμπανεβάσματα, ας είναι καλά εκείνος ο αδελφός του πατέρα του που τον έβαλε στο Υπουργείο Γεωργίας στο τμήμα Εγγείων Βελτιώσεων και εξασφαλίστηκε. Ύστερα γνώρισε την Ελένη, τη γυναίκα του καλό κορίτσι δε λέω και ζήσανε μετρημένα χωρίς να στερηθούνε τα βασικά. Και να τώρα που ο «άλλος» παρουσιάζεται μπροστά του και ανοίγει το παράθυρο του πίνακα που λέγαμε.
           Όταν γύρισε στο σπίτι είχε μια ψυχική ευφορία που είχε να νιώσει από τότε που πήρε προαγωγή πριν πέντε χρόνια – έγινε τμηματάρχης – και όλοι του λέγανε και σ’ ανώτερα και διευθυντής . Σ’ αυτή την ψυχική κατάσταση μπόρεσε να δει τον εαυτό του, όχι με τα μάτια τα δικά του, αλλά του «άλλου» όπου όλα, σπίτι, γυναίκα, παιδιά ήταν ΕΝΑ και το’σερνε σαν σάλιαγκας με καβούκι. Ας ήταν τουλάχιστον γυμνοσάλιαγκας χωρίς φορτίο και με κεραίες, μάλιστα κεραίες που να ορθώνονται και να υπερβαίνουν την ταπεινή και μίζερη ύπαρξή του.
 
          Την άλλη μέρα ξεκίνησε πρωί-πρωί η γυναίκα του απόρησε, ήταν έξω από τις συνήθειές του να σηκώνεται τόσο πρωί. Πήρε σβάρνα όλους τους καθρέπτες της γειτονιάς, ύστερα παραπέρα και κάθε μέρα καινούριους καθρέπτες σ’ ολόκληρη την πόλη, νέα ζωή, νέες «εμπειρίες». Του φαινότανε πως ξαναζούσε τη ζωή του, τα όνειρά του, όλα αυτά που τα είχε στριμώξει, τα είχε τσουβαλιάσει, τα είχε διώξει απ’ τη ζωή του και ζούσε «ευτυχισμένος» στον κόσμο του. Τώρα ήλθε το πάνω κάτω, στην αρχή με τους καθρέφτες, ύστερα με τις βιτρίνες. Μάλιστα, με τις βιτρίνες, εκείνες τις καλογυαλισμένες, βέβαια δεν είναι σαν τους καθρέφτες, πλην όμως καθρεφτίζεσαι μέσα τους και βρίσκεσαι ανάμεσα σε ανθρώπους καλοντυμένους του καλού κόσμου. Απομακρύνεσαι δυο βήματα πιο πίσω και είσαι κυριολεκτικά ανάμεσά τους, ανάμεσα σε κοπέλες και καλοβαλμένες κυρίες, εσύ που σ’όλη τη ζωή σου άλλη απ’ την κυρα-Ελένη δε γνώρισες.
 
          Αμ τα παιχνίδια, στις βιτρίνες εννοώ τις μέρες των γιορτών, εκεί πια κι αν είναι . Μπροστά τους όταν βρίσκεσαι μικραίνεις και συ, βλέπεις τον εαυτό σου παιδί ανάμεσα σε χιλιάδες πολύχρωμα παιχνίδια, όλα δικά σου και μαζί μ’ αυτά και τη λαστιχένια μπάλα που είχες συνεταιρικά με τον μεγαλύτερο αδελφό σου.
          Πώς περνούσαν μπρος απ’ τα μάτια του όλες οι στιγμές από τα παιδικά του χρόνια και κείνος ακίνητος να στέκεται και να ζει, να χαίρεται αναδρομικά για όλα τα Χριστούγεννα που πέρασαν, για το τσουβάλι του ΄Αι Βασίλη που δεν έφτανε ποτέ σ’αυτόν, για τα φανταχτερά ρεβεγιόν που δε γλέντησε, για τα χαρτιά που δεν έχασε, για το τρενάκι που δεν έπιασε ποτέ στα χέρια του και που γύριζε τώρα κύκλους στα χρόνια που πέρασαν …
 
          Άλλη μια βόλτα τελείωσε και για σήμερα, μια μέρα που μέτρησε για διπλή. Για τη μέρα τη δική του και για κείνη του «άλλου».
 
 
Γύριζε βράδυ, οι βιτρίνες οι πιο πολλές είχαν κλείσει τα φώτα τους και κείνος περπατούσε στην παραλία, όταν στάθηκε αποσβολωμένος -πώς δεν το είχε σκεφτεί τόσον καιρό. ξεκούτιανε φαίνεται- να κοιτάζει τη θάλασσα γαλήνια, ήρεμη να καθρεφτίζει το στερέωμα, τα χιλιάδες μικρά αστέρια, τα χιλιάδες μικρά μηνύματα, το άπειρο και ανεξήγητο της ύπαρξής του, αυτός ο πελώριος καθρέφτης της νιότης του.
 
 
          Έτσι απλά χωρίς πίεση, με μια εσωτερική γαλήνη, ένιωσε την ανάγκη να τοποθετηθεί μέσα στον ΧΩΡΟ του, να επιστρέψει στο αρχικό του όνειρο, στην αρχέγονη μήτρα.
Έγειρε μπροστά. Για δευτερόλεπτα αντάμωσε τον «άλλο».
Ποτέ του δεν είχε μάθει να κολυμπάει…