Το παραμύθι
Το παραμύθι
Και μετά τι έγινε παππού ;
Ο ψαράς διέκρινε μες στο σκοτάδι κάτι να κινείται σαν ψάρι. Πλησίασε και είδε ότι ήταν ένα μικρό δελφίνι. Το πήρε μαζί του στο μικρό κόλπο του νησιού στα νότια, όπου μήτε άνθρωποι μήτε αρπαχτικά ψάρια μπορούσαν να το βλάψουν. Το δελφίνι συνήθιζε σιγά σιγά τον ψαρά , ώσπου άρχισε να αναζητάει καθημερινά την παρουσία του, το βλέμμα του, τα παιχνίδια του το κολύμπι μαζί του στα βαθιά.
Κάθε αυγή κατέβαινε ο ψαράς στον μικρό γιαλό και ώρες ατέλειωτες έπαιζε με το δελφίνι. Εκείνο μεγάλωσε κι όσο μεγάλωνε τόσο πιο όμορφο γινότανε. Το ίδιο κι ο ψαράς, που μεταμορφωνόταν μέρα με τη μέρα και αγαπούσε το μικρό δελφίνι όλο και πιο πολύ.
Πέρασε το καλοκαίρι, μπήκε ο Χειμώνας, ήρθε η Άνοιξη κι άλλη Άνοιξη και το μικρό δελφίνι έγινε ένα μεγάλο και όμορφο πλάσμα που χαιρόσουνα να το βλέπεις. Η ζωή του ψαρά στο διάστημα αυτό άλλαξε εξ ολοκλήρου, πλημμύρισε από την παρουσία του δελφινιού και ακόμη περισσότερο ξαναπλάστηκε σε σχέση μ’ αυτό . Κάπου ένιωθε να ζει μια δεύτερη ζωή και αυτό συγκλόνιζε το Είναι του.
Έτσι θεωρούσε με βεβαιότητα πως όλο αυτό οφειλόταν στο ότι διασταυρώθηκε η ζωή του με τη μοίρα αυτού του πλάσματος.
Οι μέρες περνούσαν και κάθε στιγμή αναδύονταν από μέσα του εκρηκτικά στοιχεία της προσωπικότητάς του.
Τότε ήταν που πίστεψε πως όλα αυτά που συνέβαιναν, ήταν στοιχεία κρυμμένα μέσα του, που τώρα βγαίνανε στο φως του ήλιου. Αλίμονο δεν έμαθε ποτέ πως αυτή η Άλλη παρουσία δεν αποκάλυψε τον κρυμμένο του εαυτό, αλλά δημιούργησε έναν Άλλο εαυτό, συνέβαλε στο ν’ ανθίσουν οι πασχαλιές τ’ Απρίλη μέσα από τη νεκρή γη…πως το μικρό δελφίνι δεν ήταν το μαγικό κλειδί που άνοιξε το δωμάτιο με τα δώρα και τις νεράιδες, αλλά εκείνη η κοσμική παρουσία, ένα μικρό αστέρι, που βρήκε στο δρόμο του ένα άλλο αστέρι και ενώθηκαν σ’ έναν μεγάλο ήλιο…
Ο Ψαράς τόβλεπε να τριγυρνάει κάπου κάπου ανόρεχτα και μελαγχολικά μέσα στον στενό για το δελφίνι κόλπο του νησιού. Άρχισε να συνειδητοποιεί πως το δελφίνι ήτανε έτοιμο για το πέλαγος. Κάθε μέρα που περνούσε ήταν και ένα πισωγύρισμα.
Γι’ αυτό και αποφάσισε να του μιλήσει.
Εκείνο δεν ήθελε ούτε ν’ ακούσει .
-Δεν μ’ αγαπάς πια γι’ αυτό θέλεις να φύγω του είπε. Θέλεις να μείνεις μονάχος σου.
-Η αγάπη μου για σένα περνάει μέσα απ’ τη φυγή σου, αλλά όχι έτσι όπως το λες εσύ. Φύγε τώρα. Έχεις πολλούς ακόμα ανοιχτούς ορίζοντες να διαβείς. Εγώ θα σ’ αγαπώ πάντα, αυτή η αγάπη πρέπει να ξέρεις δε χάνεται, κατατίθεται στα θαύματα της φύσης ως μία ανεπανάληπτη ένωση δύο ψυχών…
Ο τελευταίος καλπασμός του δελφινιού στο βάθος του ορίζοντα σκεπάστηκε από το χρύσισμα της δύσης πάνω στα κύματα. Όλα είχαν τελειώσει. Ο ψαράς στην άκρη του βράχου απορημένος απ’ την ομορφιά του, αποτύπωνε στην ψυχή του την τελευταία εικόνα…
Ένιωσε λίγο καλύτερα τώρα που είχε πραγματοποιήσει την κ ά θ α ρ σ η στο χαρτί, στο παραμύθι, δίνοντας το τέλος που ΕΠΡΕΠΕ Έγειρε στην πολυθρόνα και έκλεισε τα μάτια. Μάταιος κόπος. Σηκώθηκε να πιει νερό, το μυαλό του κόντευε να σπάσει. Κοίταξε το παραμύθι και μελαγχόλησε. Γύρισε απ’ την άλλη μεριά και σχημάτισε το νούμερο του τηλεφώνου της στο καντράν.
