Ομιλίες

Ομιλία Τάσου Κουράκη στη Βουλή σε επερώτηση βουλευτών του ΠΑΣΟΚ για τα επαγγελματικά δικαιώματα των πτυχιούχων των ΤΕΙ

19/05/2008

Από τα πρακτικά της συνόδου Α΄ Συνεδρίασης ΡΜΓ΄
Δευτέρα 19 Μαΐου 2008

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ:

Κύριε Υπουργέ, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, είναι αξιοσημείωτη μια δήλωση του κυρίου Στυλιανίδη -δείχνει τη φιλοσοφία του ανδρός- σε χθεσινή συνέντευξη, που στην ερώτηση, η οποία είναι με δεδομένη την άποψη που προ ημερών διατύπωσε για τα πανεπιστήμιά μας, «θα ενθαρρύνατε σήμερα τα παιδιά σας να φοιτήσουν στα δημόσια πανεπιστήμια ή θα επιλέγατε τη λύση του εξωτερικού;» ο κύριος Υπουργός απαντά με ειλικρίνεια ως πατέρας, αλλά ξεχνάει ότι είναι Υπουργός Παιδείας και οφείλει να υπηρετεί το Σύνταγμα και το δημόσιο πανεπιστήμιο.
Λέει, λοιπόν, στην απάντησή του: «Θα ενθάρρυνα τα παιδιά μου να επιδιώξουν τις προπτυχιακές σπουδές τους να τις κάνουν σε ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο και τις μεταπτυχιακές στο εξωτερικό».
Προφανώς, ο κύριος Υπουργός αγνοεί ότι ο ίδιος και πολλοί άλλοι εκ των συμπολιτών μας έχουν τη δυνατότητα να στείλουν τα παιδιά τους ιδίοις εξόδοις στο εξωτερικό, αλλά το σύνολο σχεδόν του ελληνικού λαού δεν έχει αυτή τη δυνατότητα. Προφανώς ζει σ’ έναν άλλο κόσμο, όπου θεωρεί ότι η ταξική καταγωγή και η οικονομική δυνατότητα είναι αυτά που καθορίζουν το αν κάποιος έχει την ίδια ευκαιρία σ’ αυτό το αγαθό που λέγεται γνώση και μόρφωση.
Βεβαίως, στην Ελλάδα, δυστυχώς, οι μεταπτυχιακές σπουδές εδώ και πάρα πολλά χρόνια έχουν έναν έντονο ταξικό χαρακτήρα, καθώς ορίζονται δίδακτρα για να μπορέσει κάποιος να αντιμετωπίσει αυτές τις σπουδές.
Στο ζήτημα της συνέντευξης ο κύριος Υπουργός χρησιμοποιεί μία άκρως αποκαλυπτική ορολογία και λέει «θεωρώ ότι η αναθεώρηση του άρθρου 16 και η απελευθέρωση της αγοράς…» -ναι, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, της αγοράς!- «… στην τριτοβάθμια εκπαίδευση θα τονώσει λόγω άμιλλας ακόμα περισσότερο τις δημιουργικές δυνάμεις του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου».
Προφανώς έχει σύγχυση ο κύριος Υπουργός ότι είναι άλλο πράγμα το πανεπιστήμιο και η γνώση και άλλο πράγμα είναι η αγορά. Προφανώς ζούμε σε μία κοινωνία της αγοράς, αλλά θα έλεγα ότι δεν χρειάζεται με τόσο απροκάλυπτο τρόπο να το δηλώνει και ο κύριος Υπουργός, παρ’ όλο που η ίδια πρακτική που ακολουθεί, το αποδεικνύει. Και δύο, τρεις ώρες πριν από τώρα, βγαίνοντας από το Μαξίμου μετά τη συνάντηση που είχε με τον κύριο Πρωθυπουργό, ο κ. Στυλιανίδης δήλωσε ότι χρειάζεται να βρεθούν διασταλτικές ερμηνείες του Συντάγματος, ώστε να ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια και διατύπωσε την άποψη ότι θα βρεθούν και επιχειρηματίες χορηγοί.
Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν εξαιρετικά άγριο και επιθετικό καπιταλισμό, όπου το ζήτημα της παιδείας υπόκειται σ’ αυτούς τους κανόνες. Πρέπει, βέβαια, να πούμε ότι αυτή η εξαιρετική επιθετικότητα που δείχνει τελευταία ο κ. Στυλιανίδης ενάντια στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο προέρχεται σε κάποιο βαθμό από την ενίσχυση από πλευράς του ΠΑ.ΣΟ.Κ., όταν η κα Διαμαντοπούλου δηλώνει μπροστά στις κινητοποιήσεις που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στα πανεπιστήμια ότι θα πρέπει να αναθεωρηθεί το άρθρο 16 και να ανοίξει ο δρόμος στο ιδιωτικό πανεπιστήμιο.
Δικαίωμά τους, βέβαια, αλλά να ξέρουμε ότι αυτή η στάση του κ. Στυλιανίδη έχει προλειανθεί και ευνοείται απ’ όλο αυτό το έδαφος που ανέπτυξα προηγουμένως.
Σχετικά με το θέμα που συζητούμε, βεβαίως και τα T.E.I. ιδρύθηκαν το 1983 από το ΠΑ.ΣΟ.Κ., αλλά αυτή η ίδρυση με τον τρόπο που έγινε, καθόλου δεν έδωσε τέλος στη στρεβλή εξέλιξη της τεχνολογικής εκπαίδευσης στη χώρα μας, όπως ισχυρίζεται το κείμενο της επερώτησης. Θα λέγαμε ότι περισσότερο την ενσωμάτωσε και την αναπαρήγαγε τόσο σε δομικό επίπεδο, δηλαδή στον τρόπο με τον οποίο είναι διαρθρωμένες οι σπουδές, όσο και με το ότι «φυτεύτηκαν» T.E.I. –συγγνώμη για την έκφραση- σε κάθε μικρή πόλη για λόγους μικροκομματικών εντυπώσεων.
Έτσι, λοιπόν, είχαμε απόφοιτους πολλών ταχυτήτων ακόμα και σε τομείς που η παραγωγική διαδικασία δεν το επέβαλε. Το επέβαλε, όμως, η ανάγκη του κεφαλαίου για ύπαρξη εργατικού δυναμικού με λιγότερα δικαιώματα, λιγότερες απαιτήσεις, λιγότερους μισθούς.
Και, βεβαίως, η θεσμοθέτηση επαγγελματικών δικαιωμάτων σ’ ένα τέτοιο σύστημα παύει να βασίζεται στη λογική ανάλυση των επιστημονικών αντικειμένων των παραγωγικών και κοινωνικών αναγκών και μετατρέπεται σε μία τυπική υποχρέωση του κράτους που στην ουσία, ακόμα και σ’ αυτό δεν ανταποκρίθηκε.
Στη δεύτερη φάση ανάπτυξης των T.E.I., τα πράγματα έγιναν λίγο χειρότερα. Σε συνέπεια με τη γενικότερη πολιτική για την υποβάθμιση της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, οι κυβερνήσεις προχώρησαν στη δημιουργία διαφόρων τμημάτων T.E.I. και Α.Ε.Ι. με εξαιρετικά υποβαθμισμένο περιεχόμενο. Είναι αυτό που χρησιμοποιούσαμε ως έκφραση και λέγαμε «τμήματα της τυποτολογίας» που δεν θεράπευαν κανένα γνωστικό αντικείμενο και φυσικά έγιναν χωρίς κανέναν σχεδιασμό και ανάγκη υλοποίησης αυτών των αντικειμένων σε επίπεδο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Μάλιστα, επί υπουργίας Αρσένη, αυτή η πολιτική έφθασε στο απόγειο της, όταν μέσω των προγραμμάτων, όπως είναι το ΕΠΕΑΕΚ, πολλαπλασιάστηκαν αυτά τα τμήματα, καθώς και τα αλήστου μνήμης Προγράμματα Σπουδών Επιλογής που ευτυχώς το φοιτητικό κίνημα τα έστειλε με συνοπτικές διαδικασίες στο «χρονοντούλαπο της ιστορίας», όπως συνήθιζε να λέει το ΠΑ.ΣΟ.Κ.
Βέβαια, μετά από όλα αυτά ήταν αναμενόμενο τα επαγγελματικά δικαιώματα αυτών των νέων τμημάτων να είναι εξαιρετικά περίπλοκη υπόθεση, αφού πλέον είχαμε απομακρυνθεί από το πρότυπο των στοιχειωδώς –έστω- ολοκληρωμένων γνωστικών αντικειμένων.
Και το 2001 έρχεται η μεγάλη νομοθετική αλλαγή για τα ΤΕΙ με τη μορφή πάλι της ψευδεπίγραφης ανωτατοποίησης, χωρίς να αλλάξει τίποτα στο σχεδιασμό, στη λειτουργία και στα αντικείμενα που διδάσκουν, χωρίς να ανοίξει καθόλου η συζήτηση για το ποια σχέση έπρεπε να έχουν τα ΤΕΙ με τα ΑΕΙ, τι ανάγκες εξυπηρετεί το καθένα, γιατί απορρίφθηκε για μία ακόμα φορά η ιδέα της ενιαίας, δημόσιας και δωρεάν τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και επιλέχθηκαν ξανά ψευδεπίγραφα σχήματα μια κατ’ όνομα ανώτατης, αλλά δισυπόστατης εκπαίδευσης.
Τέλος, έχουμε την περίοδο της Νέας Δημοκρατίας, η οποία βεβαίως βρήκε ένα έδαφος μέσα σε μία άναρχη και υποβαθμισμένη ταυτότητα των ΤΕΙ και συνέχισε την ίδια κατεύθυνση, όπου τα ΤΕΙ ήταν και είναι στραμμένα στα βραχυπρόθεσμα συμφέροντα της αγοράς με εργασιακές σχέσεις οι οποίες καταστρατηγούνται και βεβαίως, οι απόφοιτοι είναι σε ένα συνεχές κυνήγι πιστωτικών μονάδων και πιστοποιήσεων για πράγματα που μέχρι χθες καλύπτονταν από το πτυχίο τους.
Συμπερασματικά, θα λέγαμε ότι για το Συνασπισμό της Ριζοσπαστικής Αριστεράς και τις δυνάμεις που αγωνίζονται μέσα στο εκπαιδευτικό κίνημα για τη διασφάλιση και τη διεύρυνση του δημόσιου χαρακτήρα της παιδείας, σήμερα δεν επερωτάται μόνο η Νέα Δημοκρατία για την πολιτική της. Η επερώτηση πρέπει να απευθυνθεί συνολικά για την πολιτική που ακολουθήθηκε εδώ και είκοσι πέντε χρόνια στο ζήτημα των ΤΕΙ και από τα δύο κόμματα με τις διαφορές, αλλά και με τις ταυτίσεις τους.
Θεωρούμε ότι η χώρα πρέπει να προχωρήσει στην άρση του διχασμού της ανώτατης εκπαίδευσης θεσμοθετώντας ενιαία, δημόσια και δωρεάν τριτοβάθμια εκπαίδευση.
Φυσικά, για να γίνει αυτό, χρειάζεται τα ΤΕΙ να αλλάξουν κάτι παραπάνω από την ταμπέλα τους. Πρέπει να διατεθούν χρήματα, πρέπει να εμπλουτιστεί το προσωπικό τους -να θυμίσουμε ότι σήμερα ένα τεράστιο ποσοστό είναι έκτακτοι διδάσκοντες με σχέση σύμβασης- να αναβαθμιστούν μέσα από ακαδημαϊκές διαδικασίες τα προγράμματα σπουδών και να διευρυνθούν, ώστε να αντιστοιχούν σε κατά το δυνατόν αυτόνομα επιστημονικά αντικείμενα.
(Στο σημείο αυτό χτυπάει το κουδούνι λήξεως του χρόνου ομιλίας του κυρίου Βουλευτή)
Σε ενάμισι λεπτό τελειώνω, κύριε Πρόεδρε.
Σ’ αυτή, λοιπόν, την προοπτική, θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και να επιλυθεί συνολικά το ζήτημα των επαγγελματικών δικαιωμάτων που αποτελεί απόρροια όλης αυτής της πολιτικής και όχι απλώς ένα παρεμπίπτον ζήτημα.
Εκτιμούμε, ως Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς, ότι πρέπει πάραυτα να ανταποκριθεί η πολιτεία στις υποχρεώσεις της, αναγνωρίζοντας συγκεκριμένα επαγγελματικά δικαιώματα για όσα ΤΕΙ δεν έχουν.
Επίσης, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι είναι απαράδεκτο εν έτει 2008 το ελληνικό κράτος να ιδρύει τμήματα ΤΕΙ, χωρίς να έχει προβλέψει τα επαγγελματικά δικαιώματα των αποφοίτων.
Είναι αδιανόητο, κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, ένα καινούριο τμήμα να αρχίζει να δέχεται φοιτητές, αλλά το κράτος να υποχρεούται να εκδώσει προεδρικά διατάγματα για τα επαγγελματικά δικαιώματα τέσσερα χρόνια μετά. Δηλαδή, εκατοντάδες άνθρωποι να σπουδάζουν, χωρίς να ξέρουν αν και ποια επαγγελματικά δικαιώματα θα έχουν ή αν θα κολλήσει σε κάποια γρανάζια η υπόθεσή τους.
Τέλος, θα ήθελα να πω ότι είναι αναγκαίο ο αγώνας των σπουδαστών των ΤΕΙ για τα επαγγελματικά τους δικαιώματα να είναι συνδεδεμένος με τους συνολικούς αγώνες για την ανατροπή της πολιτικής, της υποβάθμισης της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης που θέλει να παράγει πτυχία χαμηλού κύρους με περιορισμένα αντικείμενα αφήνοντας τους απόφοιτους ανυπεράσπιστους στην αγριότητα της αγοράς εργασίας.
Είναι σημαντικό να στηριχθούν από όλους τους φοιτητές οι κινητοποιήσεις των ΑΕΙ και ΤΕΙ ενάντια στα τετραετή επιχειρησιακά προγράμματα που έχουν στόχο να μετατρέψουν τα πανεπιστήμια από αυτόνομα ιδρύματα σε παραρτήματα του Υπουργείου Παιδείας. Εμείς θεωρούμε ότι αυτή η πολιτική, η πολιτική αγοράς, όπως είπα προηγουμένως, που ακολουθεί το Υπουργείο Παιδείας μπορεί να καταδικαστεί. Σας ευχαριστώ.