Ομιλίες
Ομιλία Τάσου Κουράκη στη συζήτηση επί της αρχής του σχεδίου νόμου του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων: «Ίδρυση και λειτουργία Κολλεγίων και άλλες διατάξεις»
ΙΒ’ ΠΕΡΙΟΔΟΣ
ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΜΕΝΗΣ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΣΥΝΟΔΟΣ A’
ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
ΘΕΡΟΥΣ 2008
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΗ ΙΖ’
Πέμπτη 31 Ιουλίου 2008
ΤΑΣΟΣ ΚΟΥΡΑΚΗΣ: Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εκτιμούμε ότι οι σκοποί που προωθούνται με το νομοσχέδιο αυτό, είναι η νομιμοποίηση ενός τοπίου το οποίο είναι βεβαίως χαώδες, αλλά θα εξακολουθήσει να παραμένει χαώδες, δηλαδή ο χώρος της μεταλυκειακής εκπαίδευσης.
Εμείς εκτιμούμε ότι θα παίξει το ρόλο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, παρ’ όλο που δεν αναφέρεται ρητά ότι πρόκειται για εκπαιδευτικά ιδρύματα όπως τα ορίζει το Σύνταγμα. Αυτό νομίζω ότι είναι μια σκόπιμη υπεκφυγή, επειδή τότε θα είχαμε σύγκρουση με το Σύνταγμα. Επομένως μιλάμε για μια προσπάθεια διασταλτικής ερμηνείας, όπως έχει δηλώσει ήδη ο Υπουργός, το οποίο, όμως, φτάνει στα όρια της αντισυνταγματικότητας.
Με το νομοσχέδιο αυτό ένας νέος ή μια νέα, αποφεύγοντας την όλη διαδικασία της εισαγωγής στο πανεπιστήμιο, έχει την ευχέρεια να απευθυνθεί σε ένα τέτοιο ιδιωτικό ίδρυμα και να αγοράσει στην κυριολεξία τριετείς σπουδές. Μετά με τις διαδικασίες που όλοι ξέρουμε, μπορεί να έχει τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα με ένα πτυχιούχο του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου.
Διερωτώμεθα πόσο μπορεί να αντέξει το δημόσιο πανεπιστήμιο σ’ αυτήν την πίεση. Πιστεύουμε όχι για πάρα πολύ. Είναι πάρα πολύ δυσάρεστο να έχεις φοιτητές απέναντι και να τους λες ότι θα πρέπει να μάθουν έτσι και αλλιώς, να βγουν στην κοινωνία, όταν γνωρίζουν ότι παιδιά με πολύ λιγότερα προσόντα μπορούν να τους ανταγωνιστούν στο επίπεδο των επαγγελματικών δικαιωμάτων. Κατά συνέπεια θα έχουμε μια υποβάθμιση του δημόσιου ελληνικού πανεπιστημίου και στο επίπεδο της παρεχόμενης εκπαίδευσης και στο επίπεδο της διάρκειας των σπουδών.
Βεβαίως η διαδικασία της υποβάθμισης και της υποτίμησης έχει αρχίσει εδώ και αρκετό καιρό όχι μόνο με την υποχρηματοδότηση αλλά και με τις ρυθμίσεις που έχουν περάσει στο πρόσφατο νόμο και σπρώχνουν τα πανεπιστήμια σε μια υποβαθμισμένη λειτουργία. Έτσι, πολύ φοβούμεθα ότι πάμε σε ένα υποβαθμισμένο δημόσιο πανεπιστήμιο με προφανείς επιπτώσεις για το επίπεδο της παιδείας και της συνολικής ανάπτυξης της χώρας μας.
Σε μια πρόσφατη διαδικασία ακρόασης όπου είχαμε καλέσει και τον Πρόεδρο του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος κ. Ιωάννη Αλαβάνο, τον είχα ρωτήσει εάν πέρα από το ότι θα αυξηθεί η ανεργία στον κλάδο των μηχανικών, δεδομένου ότι είναι στο 30%, θα έχει και επιπτώσεις στην ποιότητα της κατασκευής, επειδή ακριβώς οι απόφοιτοι αυτών των κολλεγίων έχουν σαφώς υποβαθμισμένα προσόντα, γνώσεις και δεξιότητες.
Είπε, λοιπόν, ο κ. Αλαβάνος ότι από το 1985 ισχύουν κανονισμοί αντισεισμικοί που τους γνωρίζουν μόνο αυτοί που έχουν σπουδάσει στην Ελλάδα και έχουν σπουδάσει την αντισεισμική μηχανική, με αποτέλεσμα οι μελέτες που γίνονται έκτοτε να έχουν προφανείς θετικές επιπτώσεις στα κτίσματα που κατασκευάζονται, δηλαδή στην ουσία είπε ότι έχουν διασώσει αυτό ακριβώς που θέλαμε σε επιστημονικό επίπεδο και κατά συνέπεια στη συνέχεια σε μελετητικό και κατασκευαστικό.
Επειδή, όμως, η σεισμογένεια στον ευρωπαϊκό χώρο, είπε ο κ. Αλαβάνος, έχει συγκεντρωθεί στην Ελλάδα, στην Αγγλία δεν διδάσκεται καθόλου αντισεισμική δυναμική, με αποτέλεσμα για αυτούς τους αποφοίτους των κολλεγίων, οι οποίοι όπως γνωρίζετε ακολουθούν το πρόγραμμα σπουδών του μητρικού πανεπιστημίου να υπάρχουν προφανείς αρνητικές επιπτώσεις για το επίπεδο των κατασκευών που εκπονούνται στην Ελλάδα.
Ακόμη είναι χαρακτηριστικό αυτό που επισήμανε ο Πρόεδρος του Τεχνικού Επιμελητηρίου, δηλαδή ότι αυτήν τη στιγμή υπάρχουν εκατό χιλιάδες διπλωματούχοι μηχανικοί. Με το νέο νομοσχέδιο, όμως, ένας απόφοιτος κολλεγίου με τρία χρόνια σπουδές σε ελληνικό κολλέγιο, με ένα χρόνο μάστερ έξω και με ένα ενδεχομένως δεύτερο μάστερ, δηλαδή με πέντε χρόνια σπουδών, όσα ακριβώς έχει και ένας απόφοιτος ελληνικού πανεπιστημίου, έρχεται και θα αναγνωρίζεται στο δημόσιο με το πλεονέκτημα του μάστερ και βεβαίως και στον ιδιωτικό τομέα. Θα αμείβεται και στις δύο αυτές περιπτώσεις περισσότερο και θα έχει περισσότερα προσόντα. Είναι μια προφανής και καταφανής αδικία σε βάρος των παιδιών που έχουν αγωνιστεί όλα αυτά τα χρόνια.
Θα έλεγα, όμως, ότι το ζητούμενο στο νομοσχέδιο αυτό είναι ότι νομιμοποιούνται κολλέγια τα οποία έως τώρα, όπως είπαμε, λειτουργούσαν σε ένα ασαφές και θολό καθεστώς, τα οποία συνεργάζονται με ξένα πανεπιστήμια στη βάση της δικαιόχρησης και της απειλής της πιστοποίησης.
Όπως λέει και το νομοσχέδιο και το έχει πει και ο κύριος Υπουργός, οι εκπαιδευτικοί αυτοί φορείς θα δίνουν απλές βεβαιώσεις. Εάν, όμως, είναι έτσι τα πράγματα, απλές βεβαιώσεις και όχι πτυχία, πώς δικαιολογείται η αγαλλίαση που νοιώθουν οι εκπρόσωποι των κολλεγίων σχετικά με το νομοσχέδιο, εφόσον αυτά παρέχουν μόνο απλές βεβαιώσεις;
Η απάντηση βρίσκεται στο ότι η αγαλλίαση προέρχεται από την επικείμενη, όπως έχει δηλώσει και ο Υπουργός, ενσωμάτωση της oδηγίας 36/2005 στο ελληνικό δίκαιο με βάση την οποία θα αναγνωρίζεται επί ίσους όρους η πρόσβαση στο επάγγελμα για τους αποφοίτους Α.Ε.Ι. αλλά και των διαφόρων κολλεγίων.
Έτσι, λοιπόν, η ενσωμάτωση της οδηγίας θα καλύψει πλήρως τα επαγγελματικά δικαιώματα των είκοσι πέντε χιλιάδων περίπου αποφοίτων των κολλεγίων. Έτσι, θα λέγαμε ότι το επίδικο δεν είναι τόσο η αναγνώριση των κολλεγίων ως πανεπιστημίων, αλλά η απόκτηση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των αποφοίτων τους, που μετά από την επικείμενη ενσωμάτωση της οδηγίας, τα πτυχία τους θα είναι απολύτως ισότιμα σε επίπεδο επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Με τον τρόπο αυτό πραγματώνεται και στη χώρα μας η πολιτική της Μπολόνια, που συνδέει τους επαγγελματικούς τίτλους με τα επαγγελματικά δικαιώματα, καθώς τα επεκτείνει και σε μη τυπικούς φορείς. Έτσι, επιχειρείται να μετατραπεί η πανεπιστημιακή γνώση σε διαδικασία κατάρτισης που να εξυπηρετεί μόνο τις τρέχουσες ανάγκες της αγοράς.
Αυτό το λέω, γιατί γνωρίζουμε όλοι και έχουμε αποδεχθεί ότι τα πανεπιστήμια δεν παρέχουν κατάρτιση, τα πανεπιστήμια παρέχουν τη δυνατότητα διαρκούς ανανέωσης της γνώσης, να μπορεί ο απόφοιτος να ενσωματώνει, να μπορεί να κρίνει με βάση τα νέα τεχνολογικά και επιστημονικά δεδομένα.
Εάν έχεις πάρει στις βασικές σου σπουδές μια διαδικασία κατάρτισης, επειδή ακριβώς είναι πάρα πολύ δύσκολο να αντιλαμβάνεσαι και να παρακολουθείς τα σύγχρονα επιστημονικά δεδομένα, δεδομένου ότι οι γνώσεις σε μερικούς επιστημονικούς τομείς διπλασιάζονται κάθε δύο ή τέσσερα χρόνια, καταλαβαίνουμε ότι αυτό που μένει είναι η διά βίου μάθηση, η οποία προσφέρει και αυτή επανακατάρτιση και φυσικά με αμοιβή.
Το ζητούμενο σε κάθε περίπτωση με το νομοσχέδιο αυτό είναι η δημιουργία ενός μισομορφωμένου δυναμικού, με προφανώς λιγότερες απαιτήσεις στην αγορά εργασίας, σε ευθεία αντίθεση με τις πανεπιστημιακού επιπέδου γνώσεις, που δημιουργούν, όπως γνωρίζουμε όλοι και θέλουμε να ακολουθούμε, όχι μόνο επιστήμονες, αλλά και κριτικά σκεπτόμενους πολίτες.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, η αναγνώριση των κολλεγίων είναι μια επιπλέον αδικία για τη γενικά των 500 ευρώ, που βλέπει μετά από σκληρή και δαπανηρή προσπάθεια εισαγωγής στα πανεπιστήμια να εξισώνεται προς τα κάτω.
Ταυτοχρόνως εφόσον το περιεχόμενο των σπουδών ανήκει στις δικαιοδοσία του μητρικού πανεπιστημίου, όπως καθορίζεται από το νόμο και όπως απορρέει από τις διεθνείς υποχρεώσεις της χώρας μας, το πρόγραμμα εκπονείται εκτός των συλλογικών και δημοκρατικών διαδικασιών, όπως στο δημόσιο πανεπιστήμιο διαμορφώνονται οι σπουδές, διαδικασίες που είναι ανύπαρκτες στα κολλέγια.
Γνωρίζουμε πάρα πολύ καλά, παρ’ όλες τις αντιρρήσεις που υπάρχουν, ότι οι φοιτητές, η εκπαιδευτική κοινότητα των φοιτητών συμμετέχει σε κάποιο βαθμό – θα θέλαμε σε μεγαλύτερο βαθμό – στη διαμόρφωση του προγράμματος σπουδών. Και πέρα από το θετικό της διαμόρφωσης αυτού του προγράμματος, είναι ότι διαμορφώνονται με τον τρόπο αυτό ακαδημαϊκοί πολίτες, ενώ με το υπάρχον νομοσχέδιο, επειδή ακριβώς η όλη διαδικασία είναι εκτός των συνόρων της χώρας, τα παιδιά που αποφοιτούν δεν έχουν μπει καθόλου σε μια συλλογική διαδικασία διαβούλευσης με το πανεπιστήμιο, την πολιτεία και την κοινωνία.
Τα διάφορα κολλέγια με τον τρόπο αυτό αναβαθμίζονται, καθώς το νομοσχέδιο αναγνωρίζει μια κατηγορία της μεταλυκειακής εκπαίδευσης ως κολλέγια – τα κολλέγια ως κολλέγια και κατά συνέπεια ως εκπαιδευτικές μονάδες – και τα εντάσσει στην ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας. Αυτό καταλαβαίνουμε ότι έχει μια πολύ θετική σημασία για τα ίδια τα κολλέγια, καθώς αναβαθμίζοντάς τα προσελκύουν και μεγαλύτερο αριθμό σπουδαστών, αλλά έχουν τη δυνατότητα να έχουν και αυξημένα δίδακτρα.
Εκείνο που είναι σημαντικό είναι να δούμε ποιες είναι οι πηγές των σπουδαστών που πηγαίνουν στα κολλέγια αυτά. Τα κολλέγια, λοιπόν, αυτά δηλώνουν την πελατεία τους. Και λέω την πελατεία τους, γιατί ουσιαστικά πωλούν εμπόρευμα. Ήδη ο εκπρόσωπος των κολλεγίων στην ακρόαση που είχαμε στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων χρησιμοποίησε τον όρο – και τον επανέλαβε μάλιστα – ότι πρόκειται για αγορά. Είναι, λέει, μια αγορά.
Η πελατεία, λοιπόν, των κολλεγίων αυτών προέρχεται από τέσσερις πηγές. Η μία είναι οι χιλιάδες υποψήφιοι που δεν πέτυχαν την εισαγωγή τους στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και φέτος θα έχουμε, όπως υπολογίζεται, δεκαοχτώμισι χιλιάδες κενές θέσεις. Όπως έχει αναπτυχθεί και σε αυτήν εδώ την Αίθουσα, ο βαθμός δυσκολίας των θεμάτων, είτε πρόκειται για εισαγωγή στο πανεπιστήμιο είτε πρόκειται για την πολυθρύλητη βάση του «10», καθορίζει τον αριθμό των παιδιών που θα πετύχουν και τον αριθμό των παιδιών που θα μείνουν απ’ έξω. Επομένως, έχει μια σχετική αξία η ίδια αυτή βαθμολογία.
Τα παιδιά, λοιπόν, που δεν μπήκαν στο δημόσιο πανεπιστήμιο θεωρείται ότι δεν έχουν τα προσόντα να σπουδάσουν στα ελληνικά Α.Ε.Ι., έχουν όμως τα προσόντα, πληρώνοντας, να μπουν σ΄ ένα κολέγιο και να πάρουν έναν ισοδύναμο τίτλο σε επίπεδο επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Η δεύτερη κατηγορία είναι εκείνοι οι υποψήφιοι οι οποίοι πέτυχαν μεν την είσοδό τους στα Α.Ε.Ι., αλλά όχι δε της προτίμησής τους, ούτε στον τόπο της μόνιμης κατοικίας τους. Έτσι, λοιπόν, πολλοί εκτιμούν ότι θα τους κοστίζει πολύ λιγότερο να πάνε σ΄ ένα κολέγιο του τόπου κατοικίας τους, αντί να πάνε σ΄ έναν άλλο τόπο, όπου ξοδεύοντας, στο τέλος θα έχουν περίπου τα ίδια επαγγελματικά δικαιώματα και να μη σας πω ότι τελειώνοντας σε λιγότερο χρόνο, στα τρία χρόνια, μπαίνουν πιο γρήγορα στην αγορά εργασίας.
Η τρίτη κατηγορία αφορά τις τελευταίες ρυθμίσεις του Υπουργείου για τη μείωση των θέσεων στα τμήματα υψηλής ζήτησης, καθώς η μείωση των θέσεων σε Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι. του Λεκανοπεδίου προετοιμάζει μια πάρα πολύ καλή πελατεία για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Η τέταρτη κατηγορία είναι οι είκοσι έξι χιλιάδες θέσεις που τα δύο τελευταία χρόνια, με την καθιέρωση της βάσης του «10», έχουν μείνει απέξω, που βέβαια δεν θεωρούμε, όπως είπα, ότι είναι ικανοί να μπουν στα Πανεπιστήμια και στα Τ.Ε.Ι., αλλά μπορούν περίφημα να αποτελέσουν την πελατεία γι’ αυτά τα κολέγια.
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι, εμείς ως Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς ζητούμε να διατεθούν κονδύλια για τη μεταλυκειακή εκπαίδευση, η οποία θα εκτοπίσει την ιδιωτική πρωτοβουλία, έτσι ώστε η εκπαίδευση να παραμείνει, σύμφωνα με την επιταγή του Συντάγματος, δημόσια και δωρεάν.
Είναι σαφές ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. καταψηφίζει το νομοσχέδιο. Όσον αφορά τους αποφοίτους των Κέντρων Ελευθέρων Σπουδών, νομίζουμε ότι μπορούν να ληφθούν μέτρα αντιμετώπισης αυτής της κατηγορίας με διάφορους τρόπους, τους οποίους μπορούμε να συζητήσουμε και να βρούμε από κοινού λύσεις.
Θα ήθελα, ακόμα, να σας πω ότι εκείνο που συμβαίνει ήδη, μετά από τη συζήτηση και όχι την ψήφιση του νομοσχεδίου –φανταστείτε τι θα γίνει μετά την ψήφιση- είναι, όπως ανέφερα και στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων, ότι κυκλοφορούν ολοσέλιδες διαφημίσεις, οι οποίες γράφουν τα εξής εξωφρενικά. Έχω μια διαφήμιση από την εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ» στις 19 Ιουλίου, όπου υπάρχει μια ολοσέλιδη διαφήμιση, η οποία αρχίζει ως εξής: «Σήμερα μια θέση εργασίας τη διεκδικούν με ίδιες πιθανότητες ένας πτυχιούχος Α.Ε.Ι., κάποιος που σπούδασε στην Αγγλία και ένας απόφοιτος του BCA College». Δηλαδή, ουσιαστικά γράφει όλη την αλήθεια. Επιτρέψτε μου, όμως, με κάθε σεβασμό στο Τμήμα να πω ότι αυτό είναι κατάντια. Δεν μπορεί, δηλαδή, ένας πτυχιούχος Α.Ε.Ι., ένας που σπούδασε στην Αγγλία ή σε οποιοδήποτε ξένο πανεπιστήμιο και ένας απόφοιτος ενός κολεγίου, με τον τρόπο και τις διαδικασίες που αναφέρονται στο παρόν νομοσχέδιο, να έχουν τις ίδιες πιθανότητες εργασίας.
Τελείως απροκάλυπτα και κυνικά στην επιχειρηματολογία της αυτή η διαφήμιση θέτει ένα ερώτημα: «Γιατί σπουδές στην Ελλάδα, αντί στη Μεγάλη Βρετανία;». Και γράφει πολύ απλά: «Γιατί υπάρχει χαμηλότερο κόστος σπουδών, λόγω των μεγάλων εξόδων διαβίωσης στην Αγγλία και της επιβολής υψηλών διδάκτρων από τα κρατικά πανεπιστήμια και γιατί υπάρχει απόκτηση ίδιου πτυχίου που παρέχεται από το βρετανικό πανεπιστήμιο, με αναγνώριση των ίδιων επαγγελματικών δικαιωμάτων».
Καταλαβαίνετε, λοιπόν, ότι σε λίγο διάστημα θα έχουμε μία εξίσωση προς τα κάτω παιδιών, τα οποία κάνουν πολύ μεγάλη προσπάθεια να μπουν στα Πανεπιστήμια και στα Τ.Ε.Ι., να τελειώσουν μετά από πέντε χρόνια και όλα αυτά εξισώνονται με σπουδές τριετούς επιπέδου, αμφιβόλου ποιότητας. Στο τέλος να έχουμε μία εξίσωση προς τα κάτω σ΄ έναν απέραντο υποβαθμισμένο «εκπαιδευτικό χυλό», όπου θα είναι μέσα μαζί με τα Πανεπιστήμια και τα Κέντρα Ελευθέρων Σπουδών και καταλαβαίνετε ότι μπαίνουμε σε μία διαδικασία που δεν εξυπηρετεί τίποτε άλλο, παρά την αγορά και την παροχή φθηνού εργατικού δυναμικού.
Για εμάς, λοιπόν, το κύριο είναι να απαντηθεί το ερώτημα εάν η παιδεία θα είναι δημόσιο αγαθό. Και είναι κυνικά τέτοιο, οφείλει να παρέχεται από την πολιτεία και όχι να είναι εμπόρευμα που κάποιοι θα μπορούν να το αγοράσουν και κάποιοι όχι. Αυτή, λοιπόν, είναι η διαχωριστική γραμμή.
Από τη σκοπιά αυτή βλέπουμε ότι το Σύνταγμα βεβαίως δεν απαγορεύει στο να δραστηριοποιούνται επιχειρηματίες και να παρέχουν υπηρεσίες κατάρτισης και εκπαίδευσης. Από την άλλη μεριά όμως το Σύνταγμα δεν απαγορεύει στην πολιτεία να επεκτείνει αυτή την υποχρέωσή της σε όλες τις μορφές μεταλυκειακής εκπαίδευσης. Εδώ αντίθετα γίνεται μια προσπάθεια να νομιμοποιηθεί μια δραστηριότητα που δεν είναι σαφώς πανεπιστημιακή.
Και επειδή έχουμε κατηγορηθεί από κάποιους συναδέλφους ότι κινδυνολογούμε και προαναγγέλλουμε κινητοποιήσεις, πρέπει να σας πούμε ότι όχι μόνο στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αλλά και με το που θα ανοίξουν τα πανεπιστήμια, οι μεγάλες κινητοποιήσεις του εκπαιδευτικού κινήματος και όχι μόνο, θα είναι αυτές οι οποίες θα ακυρώσουν στην πράξη όλα αυτά τα οποία περνάνε με αυτόν τον πραξικοπηματικό τρόπο θα έλεγα, κατακαλόκαιρο και σε παραβίαση του Συντάγματος μέσα στην Αίθουσα αυτή. Να είστε σίγουροι ότι αυτό θα συμβεί.
Σας ευχαριστώ πολύ.
