I. Δαχτυλοαφές

 

 

 

 


 

 

 

 

Είπε:
Ένα σώμα γίνεται κορμί
οσάκις ξαναπλάθεται η
ζύμη του στην πινακωτή του
Άλλου...

 

Και εννόησε:
Όταν τα κορμιά του έρωτα 
ανασμιλεύονται

 

Οι λεγεώνες της ιστορίας 
Αποδομούνται

 

 

 

 


 

 

 

 

Τελικά θα πεθάνουμε πριν προλάβουμε να γίνουμε σοφοί
γιατί δεν κάναμε όσα λάθη θα ’πρεπε

 

Και δεν θ’ αγιάσουμε 
γιατί δεν αμαρτήσαμε όσο αντέχαμε

 

 

 

 


 

 

 

 

Έρωτας είναι
όταν, καθώς ανάμεσα στα σκέλια της, αναρωτηθείς για
κλάσμα δευτερολέπτου μήπως

τ ό τ ε
πρωτοβγαίνεις στη ζωή κι αντικρίζεις το φως! 

 

 

 

 


 

 

 

 

Αγάπη είναι σχέση ανάμεσα σε πρόσωπα 
ένα προς ένα 
ένα προς πολλά 
πολλά προς ένα 

 

Και δεν έχει σημασία ποιος δίνει και ποιος παίρνει

 

Τόσο που δεν ξέρω τι έχει περισσότερο νόημα 
να δέχεσαι ή να δίνεις αγάπη 

 

Χωρίς το πρώτο δυστυχώ
χωρίς το δεύτερο δεν υπάρχω

 

 

 


 

 

 

Οι μαστοί 
– τα βουνά της γης.

 

Στα ριζά παλεύαν τα κορμιά

 

Ο ιδρώτας άχνιζε ορμόνες
σωματικές ορμόνες
συναισθηματικές ορμόνες 

 

Μετάγγιση αγιασμών

 

 

 

 


 

 

 

 

Κι όταν δεν φτάνουν
τα χέρια
του σώματος
για να την περικλείσω

Είναι το στήθος μου
που γίνεται χέρι,
ο μηρός μου,
η κοιλιά μου

Μα πιο πολύ τα
κατ' όψιν δυσανάλογα
μεγάλα ερωτικά μου
δάχτυλα
ως κυκλώπειοι φαλλοί

 

 

 

 

 

 

 

 

Κόβαμε το αζιμούθιο στο σώμα σου πυξίδα για τον ορθό δρόμο

 

 

 

 


 

 

 

 

Μεικτή τεχνική

Οι λέξεις που δεν ολοκληρώνονται μόνο
με γράμματα
ο λόγος που δεν συντίθεται μόνο
από ήχο
η ατέλειωτη λεξούλα στο χαρτί
με τον τόνο να αιωρείται

η απότομα κομμένη ανάσα
του άλφα ή του ωμέγα

 

 

Όταν διεκδικεί μερίδιο στη σύνθεση
ένα φιλί ή μια αγκαλιά

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Έρωτας και αξιοπρέπεια
δυο πράγματα ασύμπτωτα
Όσο άμπωτις το ένα
τόσο παλίρροια το άλλο
Το άλογο και το έλλογο

Διαλέγετε και παίρνετε
όλα δεκτά και αποδεκτά
στην αγορά και τη συνάφεια των ανθρώπων

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Το αντάμωμα ενός ήλιου και ενός σπόρου
μεταμόρφωση
–φως και χώμα–
σε λουλούδι

Αυτό είναι ο έρωτας
Κοσμική συνάντηση και
αμετάκλητη ετυμηγορία
Τίποτε άλλο

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Η υποκειμενικότητα του αντικειμενικού

 

Κι όμως ακόμη και οι
χωρίς αισθήματα λεπτοδείκτες
του ρολογιού
κινούνται πιο αργά ή
πιο γρήγορα
λίγο πριν ή αφού έλθει
η αγαπημένη

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Όπως η σκέψη του ανθρώπου συντελείται στον λόγο,
έτσι και το σώμα του ανθρώπου  σ υ ν τ ε λ ε ί τ α ι  
στον έρωτα. 
Καθώς συναντιέται μαζί του, 
ξεφλουδίζεται και αναγεννιέται σαν τη χρυσαλλίδα απ’ το κουκούλι. 
Και  γ ί ν ε τ α ι.

 

 

 

 

 

 

 

 

Η μόνη θεμιτή έκπτωση συλλογικότητας είναι ο έρωτας 
Πλην η εγωιστική ατομικότητά του καθώς παγκόσμια σταθερά

επαναπατρίζεται στον κόλπο του συλλογικού

 

 

 

 


 

 

 

 

Ο χρόνος έχει τα δικά του ξέφωτα όπου
αιχμαλωτίζονται
φως και αλάτι,

στις σπηλιές
στις εγκολπώσεις
στα σεντόνια των ερωτευμένων

 

 

 

 


 

 

 

 

Αν ο άνθρωπος ολοκληρώνεται
όταν γίνεται μέρος του συνόλου

Τότε ο ερωτευμένος υψώνεται
όταν αυτοακυρωθεί

Με το να κατέβει και να μπει στο χώμα
λίπασμα στο δέντρο της αγάπης

 

 

 

 


 

 

 

 

Δεν είναι το παράλογο που ορίζει το λογικό; Το περιττό το αναγκαίο; 

Δεν είναι οι τρελοί που δίνουν πρόσωπο στους άλλους ή δικαιολογία ζωής;

Μήπως το ανεξήγητο δεν είναι αυτό που ορίζει το γνωστό και παρακινεί στο ταξίδι;

Μήπως κι ο έρωτας δεν είναι εν τέλει «θανάτω θάνατον πατήσας», για όσους καταλαβαίνουν;

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Το αποτύπωμα του Θεού στο
σεντόνι είναι ο ανάγλυφος χάρτης των
τολμηρών θαλασσοπόρων που
ψάχνουν τον δρόμο για τον κήπο της Εδέμ

 

 

 

 


 

 

 

 

Γιατί ο λόγος να
αφαιρεί κομμάτια
απ' τις σάρκες μας;

Γιατί να καίει
τα δευτερόλεπτα
ανεκτίμητης
ευτυχίας;

Πόσο ζηλεύω
τους αλλόγλωσσους
εραστές

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Μπόλιασα τα μοσχεύματα των
λέξεών μου στους
μηρούς σου

Να βλαστάνουν
ανθοφορία
ήβης

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Η προσμονή κι
η οψέποτε ελθούσα εκπλήρωση
Η ώρα τού μ ε τ ά...

Αφυδάτωση και κενό ή
αναγόμωση του αγιασμού
ανάκτηση της υγρασίας
αναπαρθένεψη της προσδοκίας;

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Μην ανάψεις το φως
θέλω να σε δω

Μην πεις λέξη
θέλω να σ' ακούσω

Μείνε μακριά μου
θέλω να σ' αγγίξω

Πιο βαθιά

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Στην αρχή μού είπε
στέγνωσε το στόμα μου

Ήταν που οι κρουνοί των σπασμών
στέρεψαν και
έρρεαν αφυδάτωση

Στο τέλος είπε
ήταν της Ζωοδόχου Πηγής

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Όχι «τα πάντα ρει»

 

Ε κ ε ί ν α ρει
—Τα υγρά της
που γράφουν υγρασία
δαντελένιας
υγρομαντείας

Ίσαμε πλημμυρίδα
αισθήσεων
κρουνών
αστείρευτων
ερώτων

κ α τ ο λ ι σ θ ή σ ε ω ν

—Όχι. Τα πάντα δ ε ν ρει

 

 

 

 


 

 

 

 

—Το φιλί σου σήμερα είναι καλύτερο από τη χθεσινή καταιγίδα
—Το πετράδι στο στήθος σου υπέρτερο ισολογισμού εταιρείας
—Κι η θάλασσα που τώρα ατενίζω δεν είναι αλμυρότερη από ένα τσαλακωμένο σεντόνι

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Ήξερε πως όταν γράπωνε το χέρι
έπρεπε να γδυθεί τις μνήμες
που την αγκύρωναν στον βυθό

Γιατί ανάληψη δεν γίνεται με αποσκευές
καθώς οι άγιοι είναι αβαρείς
κι ο ουρανός δεν αντέχει

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Ο μετά θάνατος

Και θα ματώσεις πολύ για να
δεις το χάραμα

Και θα πεθάνεις πολλές φορές για
ν' αναστηθείς μία

Πλην ο έρωτας

Εκεί πρώτα έρχεται
η Ανάσταση
και μετά χρεώνεσαι
τον θάνατο

 

 

 

 

 

 

Ο έρωτας ως η λαθραία οδός ανακατάληψης του οδοφράγματος
πριν απολεσθεί οριστικά η αθωότης μας

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Εμείς οι ερωτοπλοείς του ονείρου αλιεύουμε φως στα
διάκενα της νύχτας
για να το κρατάμε τη μέρα στις χούφτες μας όταν
δεν θα είμαστε για λίγο μαζί

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Τι θέλεις πάλι;
Τόσα παράθυρα κουβάλησα στην έρημο για να
τ' ανοίγεις και να δροσίζεσαι απ'
το μαστίγωμα της άμμος και του λίβα

Και συ μήτε τα 'βλεπες μήτε τ' άνοιγες

Καθώς δεν μπορούσες να τα δεις μήτε
να τ' ανοίξεις

Γιατί ποτέ δεν μ' είδες κι
ούτε μ' άνοιξες

Κι ας ήταν η Σαχάρα αυτή που
σ' έλιωνε...

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Το κομπολόι

 

Τι κι αν αλχημίζω τις λέξεις
που άφησες πίσω σου
σε αιμάτινη κλωστή

Και τις υγρές σε κεχριμπάρι
σταγόνες

Ο άχρονος χρόνος μού καίει τα δάχτυλα

 

 

 

 


 

 

 

 

Τις πιο ωραίες ιστορίες θα τις ακούσουμε
όταν δεν θα 'μαστε πια εκεί
με το ποτό ανέγγιχτο στα ποτήρια
το τσιγάρο ατέλειωτο
όλο στάχτη
κι ένα μοιρολόι στο ραδιόφωνο
σκέτη πίκρα

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Το πρόσωπό σου ένα
σπασμένο τζάμι κρατημένο
με τρεις χαρτοταινίες
υγρών αναμνήσεων

 

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Κι όταν εκείνος έφυγε
έμεινε να δαχτυλοαφεί
το κενό των λέξεων
στο λεξικό των
τυφλών

Που όπως και κείνοι
αναζητούν την
έξοδο κινδύνου στα
σκοτεινά
στο κτίριο που μόλις έπιασε φωτιά

 

 

 

 


 

 

 

 

Και μάζευε απ' την ανάσα του
τις λέξεις
που πέφτανε στην αγκαλιά της
σαν τις ελιές
απ' το χώμα
του λιόδεντρου

Κι όταν αυτός έφυγε,
προτού προλάβει εκείνη
να πλέξει
το εργόχειρο
των λέξεων,

στράγγιζε τα πυρηνόκαρπα της ενθύμησης
για λίγες σταγόνες
στο καντήλι της μνήμης
στο εικονοστάσι των αγγέλων

 

 

 

 

 

 

 

Πόσο πολλοί θα στήνονταν χοροί στην τσάκιση του ονείρου...

 

 

 

 


 

 

 

 

Εκείνο το βράδυ δεν γνώριζε
ότι δεν είχαμε πού να πάμε
και το πάρκο δεν ήταν
φτήνια

Ήταν η μόνη φάτνη
Γέννησης του Χριστού

 

 

 

 


 

 

 

 

Η παρουσία της απουσίας

 

– ως ανάμνηση είναι τσαλακωμένο σεντόνι
– ως προσδοκία είναι μαγγανεία επιτάχυνσης
– και ως παρόν το ξέσκισμα της στιγμής

 

 

 

 

 

 

Είναι που η μνήμη του πάθους φωλιάζει στα έμψυχα πλέον ρούχα
Αφημένα στο πάτωμα κρατούν στις ζεστές παρειές τους την αφή των αγγέλων

 

 

 

 


 

 

 

 

Ποτέ δεν ερωτευόμαστε το πρόσωπο που βλέπουμε· το ορατό

Ερωτευόμαστε αυτό που είναι μέσα του· το μη ρητό

Ή καλύτερα αυτό που είναι πίσω του· το μη ορατό

 

 

 

 


 

 

 

 

Έβγαζε τα ρούχα
της ψυχής της
ένα ένα ίσαμε γυμνή

Κατάσαρκα
να γείρει στη γη
ή στη χωμάτινη μήτρα

Να λιώσει ή
να ανθίσει

 

 

 

 


 

 

 

 

Μου 'πε θα βάψω τα μάτια μου
ώστε να μην κλάψω καθώς θα φεύγω

Κι έφυγε
Άκλαυτη

 

 

 

 


 

 

 

 

 

Οι στιγμές μας είναι τα δακτυλικά αποτυπώματα της αιωνιότητας