Δαχτυλομπογιές

 

Εγώ σκυφτός -καθώς μπρούμυτα-
δαχτυλοαφώ το σώμα της στη μαύρη κάμαρη

Λευκό μπαστούνι ο φαλλός μου
χτυπάει την πόρτα του
αμετάκλητου

Τυφλώνομαι από το φως του

Ορώ

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Η λάσπη απ’ τη χούφτα μου
τη λάσπη -μόλις- απ’ τη
νοτισμένη πλάτη της
ή το πλευρό

Κάστρα και πύργους
ηρωικών επελάσεων
άλογων πολεμιστών
ή κενταύρων

Μόνο τα ρουθούνια τους να μιλούν και να λένε

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μαζί σου ξεμαθαίνω τον κόσμο και τον ξανασμιλεύω. Κι αφαλοί μας
ξεδένονται για να χυθούμε εξ υπαρχής

 

 


 

 

Και να βουτάς το δάχτυλο στην πηγή
όπως κόλπος υγρός
που αναβλύζει
σαν σε μελάνι
αφήνοντας τον κοντυλοφόρο να τον πάρουν οι άνεμοι
και τα μαλλιά της τα λυτά
για να βρει τους στήμονες των λουλουδιών
και να εισχωρήσει στο νέκταρ τους

Κι οι δαχτυλομπογιές πιο δίπλα
να ζωγραφίζουν με ρίγος την ομορφιά του κόσμου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ακοίμητα πουλιά ανάγλυφα τριαντάφυλλα. Τα γλυπτά της νέας εποχής
στοχεύουν πέρα από τα μάτια

 

 


 

 

Και να παίρνουν μπρος οι
πυροκροτητές
και κείνη να σφίγγει
το φυτίλι στον κόλπο της να
καθυστερήσει την
έκρηξη
να ζήσει ολοκαύτωμα

Λάμψη!

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Ο αργαλειός σώμα κλωστές σταγόνες όπως
μετάξι που πήζει σε υφαντό
κι η πεταλούδα που τρυπάει το κουκούλι για να
πετάξει μια στιγμή και την άλλη να
στολίσει ως κόσμημα το υφαντό πουκάμισο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Με τα χείλη ρεύμα γυμνό
δεκάδων Volt
ηλεκτροφόρων
σπασμός επιθανάτιου ρόγχου
ή οργασμού

Μουδιάζουν τα μέλη
αναστρέφονται οι βολβοί
στύση στους φαλλούς

Ένας περαστικός φωνάζει Βοήθεια!
μια μοιρολογίστρα Ωιμέ!
ο άγγελος Ωσαννά!
και βγάζει τις φτερούγες του
(ή μήπως την εργατική του φόρμα)

Ανάσταση μετά θάνατον
ή μετά έρωτα

Αύριο είναι η εργατική πρωτομαγιά των Αγγέλων

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Οι ερωτικοί μας σπασμοί τόξα πετροχτισμένων γεφυριών
περάσματα επικηρυγμένης αθανασίας

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

(Αυτή)- Τι είναι ο κόλπος μου;
(Αυτός)- Είναι μια σύριγγα χωρίς το έμβολο που καλεί το φαλλό να
τρυπηθούν μαζί από την πρέζα του έρωτα
(Αυτή)- Σύριγγα, ή σήραγγα;
(Αυτός)- Σήραγγα που ανακαλεί κεκοιμημένους κωδωνοκρούστες
(Αυτή)- Κεκοιμημένους ή ταριχευμένους;
(Αυτός)- Όλοι οι φαλλοί είναι ταριχευμένα ξόανα που νοτίζονται απ’ το
νόστο της μήτρας
(Αυτή)- Της δικής μου μήτρας;
(Αυτός)- Της δικής σου. Εσύ γεννήθηκες απ’ τη δική σου μήτρα
(Αυτή)- Εγώ γεννήθηκα απ’ τη δ ι κ ή μ ο υ μήτρα