Του τέλους

 

 

Και να ’πρεπε να ’ρθουνε τόσο μακριά για να
ακούσει ο ένας τη φωνή του άλλου

Λες και διάλεξαν να φορέσουν θάνατο για να
βρεθούνε μαζί στον παράδεισο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Δεν υπάρχουν πλέον θαύματα για μας
αυτά δίδονται άπαξ
κι άλλοι έχουν σειρά στο εορτολόγιο των
Φώτων με πιο μεγάλο μακροβούτι να
αδράξουν το
άπιαστο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Έχεις δει ποτέ το χρώμα της σιωπής; Είναι μελαγχολί με ανταύγειες
κραυγής αλόγου Γκουέρνικας

 

 


 

 

Και τώρα που τελείωσε η παράσταση της ζωής του
κρέμασε στο βεστιάριο το σώμα του την
ψυχή του στο τσιγκέλι και
ως καλός ηθοποιός βγήκε
στο δρόμο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι όταν δεν έχω συμπαίκτη ανακατεύω τα χαρτιά ώσπου να φανεί ο
αντίπαλος εαυτός μου

 

 


 

 

 Τα ρούχα μου κρεμαστάρια
-σφαχτά στο τσιγκέλι-
ντύνουν το εκμαγείο στο
ανύπαρκτο σώμα μου
μάσκα ένθετη
-τραγωδίας και κωμωδίας-

Έσχατος στο χορό των σκιών
ζώντων και τεθνεώτων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αιμοφόρο αγγείο της ψυχής μας

 

 


 

 

Το τέλος δεν δηλώνεται
ματώνεται
πήδημα θανάτου στο κενό
το τέλος δεν είναι λέξη
είναι καρδιογράφημα
«Τ ε τ έ λ ε σ τ α ι»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το ότι έχω φύγει από τη ζωή φαίνεται από ότι ανθήσανε στον κήπο μου
τα μη με λησμόνει

 

 


 

 

Η ταφή του σώματός μου θα γίνει με
την ακτινογραφία να δείχνει τη μισή καρδιά
η ανάληψη με τη μισή του έλλειψη
μόνο το ακάνθινο στεφάνι ακέραιο
 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Νόμιζα πως δεν κινδύνευα
έως ότου μ' ένα μολύβι χάραξα δυο
λέξεις στο χαρτί
και χωρίς να το καταλάβω
ένα παράθυρο στον αέρα
για να περάσουν μέσα απ' το παράθυρο σχεδόν ταυτόχρονα
οι σφαίρες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 Όταν τύχει και φυσήξεις αέρα στο
τέλος μεγάλου αναστεναγμού και
φύγουν οι λέξεις απ’ το χαρτί μπροστά σου
ίσως και να ’ναι περιστέρια ανάμεσα
σε δύο πυροβολισμούς

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν πυροβόλησες ήταν φυσικό ν’ αστοχήσεις. Λησμόνησες πως το
στήθος μου ήταν άδειο

 

 


 

 

Κάθε πρωί ένας εργάτης του Δήμου μαζεύει τα φωνήεντα απ’ τις γωνιές
των δρόμων άχρηστα απομεινάρια πολύβουων συνευρέσεων

Τον προφταίνω ρακοσυλλέκτης εγώ να κλέψω τα ανορθόγραφα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Άρχισα να γδύνομαι το ακούραστο
το φθινόπωρο φέτος θα έχει πολλές βροχές
να βγάλω από τη ναφθαλίνη τις
βαριές μου πίκρες
προστασία για τα χειρότερα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μας βλέπω λαθρεπιβάτες δουλεμπορικού που προσάραξε ανοιχτά της
ζωής

 

 


 

 

Τα μνημοκύτταρά μου πονάνε στις
αρθρώσεις των συνειρμών κάθες που
σηκώνουν την ανάκληση

Η αλλαγή του καλο-καιριού φαίνεται πως
τα πείραξε διαρκώς
μου ζητάνε παυσίπονα λήθης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ο χρόνος που χάσαμε θα επιστρέψει όταν τον αρνηθούμε

 

 


 

 

Βλέπω και ξαναβλέπω το ίδιο έργο
μήπως
αυτή τη φορά το τέλος είναι
άλλο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παίξαμε τα λάθη μας στα ζάρια. Είναι η παρτίδα των χαμένων που
δώσανε τα ρέστα τους. Ζωή

 

 


 

 

Γιαυτό και πάντα άφηνα λευκές σελίδες για
κείνα που δεν θα γράφονταν
ποτέ μα
που ζητούσαν
χώρο

Σαν τα μυριστικά λουλούδια πάνω
από μνήμα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πολλά τα τραύματα πολλές οι πληγές και τα καρφιά. Ένας νεογέννητος
Χριστός με ουλές ήδη

 

 


 

 

Δεν γράφω πια
το δάσος καμένο
κι οι παλάμες μου γροθιές

Πού χαρτί λευκό
πού μελάνι μαύρο

Στις έλικες του μυαλού μου
γαντζωμένες οι λέξεις
περιμένουν το ξόδι
                             για να πετάξουν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

 Έβαλα φυλαχτό ηχομόνωσης μην
με πιάσει το κακό μάτι της υπόσχεσης
σιγαστήρας ενδοτικότητας

Ύστερον ξυλαράκι τίμιου ξύλου
προπόνηση ανακύκλωσης για το
κιβούρι μου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Ευχαριστώ τις πληγές μου που με τον πόνο τους
-το καύκαλο της μνήμης τους ήθελα να πω-
εμποδίζουν την παράκαμψη των
οξύρυγχων ΔΕΝ

Αποτρέποντάς με από το να
υποχωρήσω μερικά εκατομμύρια χρόνια
σε ασπόνδυλο μαλάκιο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είμαστε αυτά που αρνούμαστε
Είμαστε όσα δεν αρνούμαστε

 

 


 

 

Ζήτησα ένα ρολόι αντίστροφο και δεν μου το χάρισε κανείς
το ’κλεψα από ένα μακρινό άστρο
όταν το φόρεσα το αστεράκι είχε πάψει προ πολλού να υπάρχει
είχε γίνει αστρόσκονη

Κι όταν οι καμπάνες νταν στο μηδέν
αρχιμηνιά

Τότε οι λεπτοδείκτες –αριστερά- στα πόδια του κάβουρα
Δεκέμβρης Νοέμβρης Τρίτη Δευτέρα δώδεκα έντεκα…
μόνο κείνο το δευτερόλεπτο δεν έλεγε να ξεκολλήσει γραπωμένο στο
σεντόνι

Και πάλι Οκτώβριος Σεπτέμβριος Μ. Σάββατο Μ. Παρασκευή οκτώ επτά
Μεγάλη Πέμπτη

Της Σταύρωσης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ερώτηση σε πληγωμένο: Πόσες μέρες έχει ένας χρόνος
Απάντηση: 365 νύχτες

 

 


 

 

 Κάθε μήνα ένα βράδυ επιστρέφω στο κελί μου
-καταβολή φόρου αυτοδιάθεσης-
με χειροπέδες
χέρι με χέρι με τον
γυμνασμένο λόγο που δεν
υπέκυψα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Θα ’θελα να δω να ξεφεύγουν τα παράθυρα απ’ τα κλειστά τους σπίτια
για ν’ ανοίξουν περάσματα στα σκοτεινά κελιά των φυλακισμένων

 

 


 

 

Και δεν σ’ είχα ποτέ δικιά μου
κι έτσι κατέθετα την ψυχή μου στο ενεχυροδανειστήριο για
λίγες λέξεις
μήπως και ανατρέψω την κοινοκτημοσύνη

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν είναι να σε μοιράζομαι και να ψαύω ένα χέρι ή ένα μάγουλο
προτιμώ να συνομιλώ με το όλον αποτύπωμα της απουσίας σου

 

 


 

 

Και σου ’πα μην περάσεις κάτω απ’ τη σκαλωσιά θα
περιχυθείς φως
κι άντε μετά να ξεπλύνω τα ανεξίτηλα χρώματα της
οικοδομής του έρωτα
ποιος ξέρει πόσους πρέπει να ρωτήσω για το
πώς ξελεκιάζει το φως

Αλλά εσύ εκεί να παίζεις τα
κουβαδάκια σου με την άμμο του
περασμένου καλοκαιριού και να
ματώνεις με τα αγκάθια των αχινών που
φύλαγαν Θερμοπύλες των αμόλυντων υδάτων

Και τώρα τι;
να σε μαλώσω να σε ντύσω με δεύτερα; Δεν
έχω
να μείνεις έτσι γυμνούλι να σκληραίνεις στις αταξίες σου

Κι ύστερα να
πάρω λίγο φως απ’ τα απόβλητα να
λούσω τουλάχιστον τα
μαλλάκια σου να σε
συμμαζέψω έστω
όπως όπως
μήπως και πάψεις να τουρτουρίζεις

Κι αν περισσέψει θα τρίψω τα χέρια μου

Χειμώνας κρυώνω

 

 

 


 

 

Κι όταν δεν έχω τι να γράψω
ταΐζω τα λαίμαργα κύτταρά μου με
λήθη που περίσσεψε απ’ τα υγρά σεντόνια
και τα λευκά μελανοδοχεία

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι η μνήμη μου πιο βαριά κι απ’ αυτό που έζησα. Ανατοκίζεται χρόνο το
χρόνο

 

 


 

 

Ο απολογισμός της μέρας
με τα συν σταυρουδάκια της ψευδαίσθησης
τα πλην την απουσίας
και το ίσον
οι δύο παύλες ελλείψεις
αγκαλιά η μία με την
άλλη πριν
κοιμηθούν

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι όταν το ξημέρωμα είναι μια άλλη νύχτα… εδώ σε θέλω

 

 


 

 

Όταν η ευκολία και η τεχνολογία υπονομεύουν την αναμονή και
σκίζουν το γραμματόσημο απολύουν τον ταχυδρόμο
τα mail ανεμίζουν στις σημαίες των σπιτιών
πλημμυρίζουν τα σπίτια από bit πνίγονται τα ζώα στερεύουν τα πηγάδια
γατιά βρεγμένα αργοπεθαίνουν τουρτουρίζοντας
ο τρελός του χωριού φυσάει ένα κλαρίνο

Το μαύρο ρούχο ξεροσταλιάζει στο έμπα του δρόμου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Όταν τύχει και αγκυλωθείτε από αγκάθια
λέξεις βουτήξτε στο αίμα το δάχτυλο και
γράψτε

Τι κι η νεκρώσιμη ακολουθία
ποίηση είναι

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Όχι δεν ήταν φέιγ βολάν
ήταν οι ματωμένες γάζες των
περιστεριών
λουλούδια λευκά ή
σάβανα
σχηματισμοί παπύρων
που ξεχειμώνιαζαν πάνω
στο ταξίδι τους

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι όταν αύριο σε μακρινό ταξίδι θα γλείφω τις πληγές μου
ένα ξενόγλωσσο σκυλί θα με κοιτάξει με συμπόνια και
θα προσπεράσει

 

 


 

 

Πρόστιμο στους λαχειοπώλες των ονείρων
οι ανάπηρες προσδοκίες δεν μπορούν να αγγίξουν τον
τροχό της τύχης

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Και κρατούσε στον ύπνο διπλωμένες τις φτερούγες του από συμπόνια στον
σακάτη του ονείρου

 

 


 

 

Ράβω μονόγραμμα στο πέτο μου την έλλειψη
με την οξεία βροχή στο ε να δοκιμάζει δισταγμό
σε ποιο αντίσκηνο να κουρνιάσει το λ σε
ποιο αδιάβροχο ρούχο
ή μήπως το χάραξα κατάσαρκα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πόσα λάθη χρειάστηκαν για να πετύχει ένα

 

 


 

 

Σκιές με σύρριζα κομμένα τα
άκρα της εξάρτησης
από τον πόθο
να υπηρετούν τις εσταυρωμένες τους
ανάγκες

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Σκιές που σιωπούν με το απείκασμα του νοήματος συνομιλώντας

 

 


 

 

Η αξία του βιώματος
δεν ήταν υλικό για
γράψιμο
ανασκάλεμα του τάφου ήταν

Η ζωή εν τάφω

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν είναι οι αέρηδες που ματώνουν τη δύση. Είναι οι προκαταβολές πόνου
της επόμενης μέρας

 

 


 

 

Φαντάζομαι πως θα συναντιέσαι τώρα συχνά με
την έλλειψη της παρουσίας μου ενώ
στο διπλανό τραπέζι θα κάθεται η
στερνή επιθυμία πώς ήσουν τότε

Γυναικοπαρέα δηλαδή
λίγο πριν έλθει ο
λόγος που έφυγα

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Να χορεύει παραλοϊσμένος ζεϊμπέκικο και να του χτυπάει παλαμάκια στο
πλακάκι το μεθυσμένο Γιατί που δεν τα κατάφερε

 

 


 

 

Η έκπτωση της στύ(κ)σης

Τα σημεία
γίνονται πάλι
της στίξης
επαναπατρίζονται στα
ασώματα γράμματα σε
στάση σκυφτή κατανυκτική
ακόμη και τα θαυμαστικά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Πόση Άνοιξη ξοδεύεται για να ανθίσουν μόνον τα λουλούδια

 

 


 

 

Δυνατή γραφή ακριβό αντίτιμο στο ανταλλακτήριο της ποίησης
πόσοι τόνοι έρωτα χύθηκαν για να ανέβουν οι τιμές
πόση απώλεια δόθηκε για λίγες μόνο λέξεις

Ναι δυνατή γραφή πόσο άραγε να πάει ο πόνος
πέντε φωνήεντα ή πέντε φονικά

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Το όνειρο δεν προειδοποίησε για την επικείμενη πτώχευσή μου
Άλλωστε εγώ στην ουτοπία πλήρωσα όχι
σε ασφάλεια ζωής

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Ας κρατήσουμε το παράθυρο ανοιχτό
Ίσως έτσι το φως κουράζεται λιγότερο να
μπει στο δωμάτιο

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Σα βγεις γυμνός στο δρόμο μην αναζητήσεις το παλτό μα τη γύμνια του
άλλου

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Όταν ο εκτροχιασμός που σε βγάζει απ’ τις ράγες είναι η κύρια διαδρομή