Ιερωτικόν

Ιππαετός

Ένα αγγείο δεν είναι τίποτε άλλο παρά το κενόν εντός του. Λάδι και νερό
κρασί και μύρο
εξωτερικά οι παραστάσεις. Το μη χρηστικό. Ισότιμης αξίας με το εντός
σαν ψυχή ή ασυνείδητο

Σπηλιές με το βαθύ το σκότος και τη φιγούρα τη θολή να δείχνεται και να
μην είναι
βίσονες και ώχρα στους τοίχους παλάμες αιώνων

Ανάμεσα η κατασκευή. Αυτή που συγκρατεί το Εντός και στηρίζει το Εκτός
ο πηλός που συναρθρώνεται σε μορφή. Οι μικροί σβόλοι που στριμώχνονται
ο ένας δίπλα στον άλλο σαν όταν παιδιά κολλάγαμε τα σώματα
χουχουνίζοντας
τις ανάσες μας για να μην κρυώνουμε. Ο ένας να συγκρατείται εξαιτίας του
άλλου

Όπως τραύματα στο ασυνείδητο το ένα να ακουμπάει στο άλλο για να
μπορεί να
στηρίζεται και να υπάρχει. Έτσι που να βγάλεις το ένα και αμέσως
το άλλο να παραπαίει σαν το αγγείο που υφίσταται ένα δυνατό
ταρακούνημα και ραγίζει
αλλού πολύ αλλού λίγο ένα θραύσμα πιο πέρα ένα ελλείπον τεμάχιο και η
δομή υπό κατάρρευση

Όταν κάθε κομματάκι που ξεκολλάει αφήνει το διπλανό μετέωρο. Πιο
εύκολη τώρα η αποκαθήλωση
ή η αποσύνθεση

Με την παράσταση να ρυτιδώνει κι αυτή με τη σειρά της να ξεθωριάζει να
μεταλλάσσεται
Να πρέπει να θρυμματιστεί το αγγείο να καταρρεύσει ο αμφορέας της
ψυχής σου
να μην του μείνουν οι σβόλοι παρά μόνο το κενό για να πέσει πάνω στο
χώμα το παλιό
το σάλιο το δάκρυ το αίμα και το σπέρμα για να ξαναπλαστεί ο πηλός στη
νέα δομή στο νέο σώμα

 

 

 


 

 

Και πώς αλλιώς αν δεν ανατραπούν οι φόρμες
κι η λεκτική μετάληψη του ακέραιου
πως μπορεί να συλληφθεί το
πέταγμα μιας πεταλούδας
ή ο ήχος του βότσαλου στο
σούρσιμο στη ακμή της θάλασσας
πάρεξ απ’ το ανάστροφο του κάβουρα
το λοξό
γιατί μόνο ο έρωτας είναι η απόλυτη αλήθεια
ίσως και ο απόλυτος έρωτας

Η ερωτοαλήθεια

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Αυτή η παλίρροια των εκφράσεων της ψυχής σου
ένα φούσκωμα στην ακροθαλασσιά
το πρωινό να μας βρέχει τα πόδια μετά από μια ολονύκτια συνουσία

Και συ να κάθεσαι ανάσκελα να μετράς τα αστέρια που πέσανε
την προηγούμενη νύχτα κάθε φορά που ακουμπούσα το χέρι μου στο
στήθος σου
όπως ακουμπάω το μάνταλο για να ανοίξω ένα παράθυρο στα όνειρά μας

Πλοίο που ταξιδεύει ενώ είναι δεμένο στο λιμάνι
μόνο με το πάνω κάτω των κυμάτων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ω γλυκύ μου έαρ η φουσκωμένη σκέψη σου μ’ ακολουθεί. Γλάρος που
αφήνει τον ανασηκωμό του στο στεναγμό των κυμάτων

 

 


 

 

 Η μεταμόρφωση του Δία
(Η χρυσή βροχή)

Έτσι που να αποκαλύπτεις το
πρόσωπό σου -άνυδρη γη- στις σταγόνες
της βροχής στα χείλη στα μάτια στα μαλλιά
μια καλοκαιριάτικη βροχή με τα
χρυσά τα στάχυα

Σε τίποτε λιγότερο απ’ τις στάλες του
έρωτα

Όχι δεν ήταν η βροχή

Εκείνος ήταν που έστελνε αλληλογραφία
αγάπης
με μελάνη λευκή
άμμο στα μαλλιά και
αλμύρα στη γεύση

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Έτσι που να ανοίγουν οι πτυχές της
οι άγνωστες σε κείνη-παρόλο δικές της-
και να ακολουθεί το ερύθημα των παρειών
των ονείρων της

Καθώς η φούστα η πλισέ ανοίγει
στο ανακούρκουρδο ή
στον αέρα τον τρελό για να φανεί η
ήβη η κρυμμένη

΄Η οι λεξούλες που κρύβαμε στις βεντάλιες τις
χάρτινες τις διπλωμένες για να
φανούν καθώς ριπίδιο το καλοκαίρι
σ’ αγαπώ

Και οι μνήμες πιο σώμα να γυρίζουν σε χρυσαλίδα
να τρυπάνε το κουκούλι
ΟΧΙ
να το τσακίζουν να το θρυμματίζουν σε
σκόνη και
να φεύγουν

Μόνο το σώμα εκεί
όμοιο κι αλλιώτικο σε διαρκή
ανασύνθεση
κάθε στιγμή
(απ΄ το βυθό της μήτρας ως το
κιβούρι του θανάτου)
να χάνει κάθε φορά απ’ το βάρος του
και να αλλάζει τόσο όσο
χρειάζεται
για να μπορέσει κάποτε να
πετάξει

 

 


 

 

Έτσι που να γέρνεις στο στήθος της
το ξέσκεπο
στο κόκκινο χαλί της μνήμης και της άσπρης γραφής
και να μεταγγίζεις απ’ ευθείας στο
κοχύλι των σπλάχνων της
τις μύριες δονήσεις του
Λάμδα του Ρω και του Ζήτα
το Μαζί που κυλλάει
το Μαζί που δακρρύζει
το Μαζί που χαράζζει

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Η αξία από τις νταλίκες δεν βρίσκεται στο τι φέρουν
όταν κινούνται στους ατέλειωτους δρόμους
μα στο παρκάρισμά τους
στις ερημικές πλατείες
όταν με τον ασουλούπωτο όγκο τους
προσφέρουν καταφύγιο
στα πάθη των ερώτων
σε ίδιο ύψος με τις πελώριες πίσω ρόδες τους
με το ρω των ερώτων

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Η βροχή δεν είναι ποτέ ανορθόγραφη
η καμπύλη σου δεν επιδέχεται συνταγματική αναθεώρηση
μόνο το κερί ανανεώνεται για να
φωτίζει με το άχραντο φως του
και την καμπύλη και τη βροχή

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Ίσως ο ήλιος
ο μεγαλύντορας
τους λυπηθεί και
σκοτεινιάσει
Τότε θα μιλήσει και θα πει:
Σας χαρίζω το φως μου
σβήνω
μόνο το μαύρο φως μου και
ο λόγος μου

«Ελεύσω η τήξις»

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αν κρατήσουμε στις χούφτες μας αυτή τη φλόγα και δεν καούμε θα
λυτρωθούμε έρωτα

 

 


 

 

Και τι θα πει δελτίο καιρού και πρόβλεψη καιρικών φαινομένων; Γιατί ο
άσχημος καιρός να είναι καταιγίδες, άνεμοι και κρύο; Ο δικός μου καιρός
είναι ανοιξιάτικος με άνεμο τριανταφυλλί σε ανθοφορία ευωδίας και
υγρασία λιμνούλες να εισχωρούν μέχρι το μεδούλι της αγάπης μου

Πιο κάτω δυο παιδιά φιλιούνται στο δρόμο
προσλαμβάνονται

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Κι αν κάποιο λουλούδι δεν μαραίνεται είναι που το κρατάει μικρό παιδί

 

 


 

 

Οι αναβαθμίδες δεν είναι μόνο για να
σπέρνονται στις πλαγιές
τ’ αμπέλια
όταν στο νησί το χώμα λειψό
ή το λίγο των ανθρώπων

Είναι για να πατάς σε
διαρκή ανάβαση στην κάθοδο
εντός σου

Να οι ρόγες να ο ήλιος να το
κρασί της νέας σοδειάς

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Όταν το κορμί μου αιχμαλωτίστηκε στο δικό της τότε κατάλαβα ότι η
αιχμαλωσία δεν είναι η άρνηση της ελευθερίας αλλά ο προθάλαμός της

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Οι κόκκοι της άμμου καίνε τις πατούσες
σαν ο ήλιος πυρώνει

Όταν φλέγεται
γίνονται γυαλί φυσητό
σε σχήμα καμπύλης αγγείων ή έρωτα

Πυρίτιο που ξαναλιώνει σε
σώμα ή
πυρίτιδα που εκτοξεύεται
σκότος η
λάμψη του

Το δελτίο ειδήσεων γράφει
έκλειψη ηλίου
ολική

Τήκομαι στη φλόγα του
σβήνω στη σκιά του
φορώ τα μαύρα μου γυαλιά
και τον θωρώ κατάματα

Σκοτάδι ή
μαύρο Φως

 

 

 

 

 

 

 


 

 

Στο μελανοδοχείο σε
πλήρη μείξη
σαν όταν παιδιά
με τον κοντυλοφόρο τον ξύλινο και την πένα
να βουτά μέσα του και να αφήνει στο χαρτί να φανούν οι υγρές λέξεις η
λέξη σ’ αγαπώ υγρή κι αυτή και
να μην πήζει ποτέ
Εξορίζοντας το στυπόχαρτο
για να ρουφιέται από το χαρτί και την ψυχή
α ε ν ά ω ς